Αν το πετρέλαιο είναι σε τόσο μεγάλη έλλειψη, γιατί δεν μπορούμε απλώς να τρυπήσουμε για περισσότερο;
Η απάντηση τους τελευταίους μήνες είναι σταθερή: οι παραγωγοί πετρελαίου λειτουργούν στο μέγιστο της παραγωγής τους, δεν υπάρχει χώρος για την αποθήκευση του αργού που εξάγεται, τα διυλιστήρια βρίσκονται στο όριο ή κοντά στη μέγιστη δυναμικότητα, και απλώς δεν συμφέρει οικονομικά να εξερευνηθούν και να ανοίξουν νέες γεωτρήσεις.
Η βασική πρόκληση είναι ότι η εξόρυξη πετρελαίου είναι μια σύνθετη και δαπανηρή διαδικασία που χρειάζεται χρόνια για να αποδώσει. Γεωτρήσεις που ξεκινούν το 2026 μπορεί να αρχίσουν να παράγουν μόλις το 2036. Μια τέτοια μακροπρόθεσμη επένδυση έχει οικονομικό νόημα μόνο αν οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν πάνω από τα 90 δολάρια το βαρέλι.
Και όμως. Το πετρέλαιο έχει επιστρέψει πάνω από τα 110 δολάρια μετά την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν. Τα Στενά του Ορμούζ δεν δείχνουν σημάδια επαναλειτουργίας σύντομα. Η Goldman Sachs ανέφερε τον περασμένο μήνα ότι αναμένει οι τιμές να παραμείνουν πάνω από τα 90 δολάρια τουλάχιστον μέχρι το τέλος του έτους.
Ώρα για γεωτρήσεις; Ίσως. Αλλά τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα.
Πέρα από τη Μέση Ανατολή
Οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες επιδιώκουν να διαφοροποιήσουν τις δραστηριότητές τους. Ο πόλεμος με το Ιράν έδειξε ότι όσες έχουν παραγωγή σε πολλές περιοχές του κόσμου διαθέτουν στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι όσων είναι «εγκλωβισμένες» σε μία μόνο περιοχή.
«Ο πόλεμος στο Ιράν πιθανότατα θα οδηγήσει σε επανεξέταση της γεωπολιτικής αξίας της παραγωγής εκτός Μέσης Ανατολής», δήλωσε η Λουίζα Παλάσιος, πρώην πρόεδρος της Citgo και νυν διευθύντρια στο Κέντρο Παγκόσμιας Ενεργειακής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Κολούμπια. «Ωστόσο, δεν είναι τόσο απλό όσο δείχνουν αυτές οι υψηλές τιμές».
Η διαφοροποίηση απαιτεί χρόνο, χρήμα και σχεδιασμό. Το ιστορικό «μποτιλιάρισμα» και οι γεμάτες αποθήκες μπορεί να λύσουν το ζήτημα της χρηματοδότησης, διατηρώντας τις τιμές υψηλές. Ωστόσο, οι εταιρείες θέλουν να είναι βέβαιες ότι θα υπάρχει ζήτηση όταν οι νέες γεωτρήσεις αρχίσουν να αποδίδουν.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η διυλιστική ικανότητα αποτελεί πρόβλημα εδώ και χρόνια. Τέσσερα διυλιστήρια στην Καλιφόρνια έχουν κλείσει αυτή τη δεκαετία λόγω περιβαλλοντικών κανονισμών και υψηλού κόστους. Το τελευταίο νέο διυλιστήριο μεγάλης δυναμικότητας στις ΗΠΑ κατασκευάστηκε το 1977 στη Λουιζιάνα.
Παράλληλα, πολλά αμερικανικά κοιτάσματα σχιστολιθικού πετρελαίου αρχίζουν να εξαντλούνται σε «υψηλής ποιότητας» αποθέματα — τα πιο εύκολα και κερδοφόρα στην εξόρυξη.
Η KPMG εκτιμά ότι έως το 2027 οι ΗΠΑ μπορεί να φτάσουν στο «peak shale», δηλαδή στο ανώτατο σημείο παραγωγής σχιστολιθικού πετρελαίου.
«Τα κορυφαία αποθέματα εξαντλούνται», δήλωσε η Angie Gildea της KPMG. «Χωρίς νέα τεχνολογία, πρέπει να βρεθούν νέες πηγές».
Το φαινόμενο δεν περιορίζεται στις ΗΠΑ. Οι 30 μεγαλύτερες εταιρείες πετρελαίου παγκοσμίως αναμένεται να δουν την παραγωγή τους να μειώνεται κατά περίπου 40% έως το 2040, δημιουργώντας έλλειμμα 300 δισ. βαρελιών από το 1 τρισ. που θα χρειαστεί ο κόσμος μέχρι το 2050.
Η ευκαιρία της Λατινικής Αμερικής
Όλα αυτά δημιουργούν μια μεγάλη ευκαιρία — ιδιαίτερα για τη Λατινική Αμερική. Η περιοχή ήδη παράγει το 10% του παγκόσμιου πετρελαίου και δεν αντιμετωπίζει τους γεωπολιτικούς κινδύνους της Μέσης Ανατολής.
Εκτός από τις μεγάλες δυνατότητες εξαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου, κυρίως σε Μεξικό και Βενεζουέλα, περίπου 750.000 νέα βαρέλια ημερησίως αναμένεται να προστεθούν φέτος από Βραζιλία, Γουιάνα και Αργεντινή.
Η Λατινική Αμερική θα μπορούσε να διπλασιάσει τις εξαγωγές LNG μέχρι το τέλος της δεκαετίας, ενώ η Βραζιλία μπορεί να αυξήσει την παραγωγή της κατά 30%.
Η πολιτική αλλαγή στη Βενεζουέλα επαναφέρει τη χώρα —με τα τεράστια αποθέματα αλλά και τα προβλήματά της— στο παιχνίδι. Αν και δύσκολη επένδυση, θα μπορούσε να αποδώσει στο μέλλον. Η Chevron ήδη δραστηριοποιείται εκεί.
Κανείς δεν περιμένει επιστροφή στα 3,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως της εποχής πριν τον Τσάβες και τον Μαδούρο, αλλά μια αύξηση από κάτω από 1 εκατ. σε 1,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως τα επόμενα χρόνια θεωρείται εφικτή.
Τα εμπόδια
Η αναζήτηση νέων κοιτασμάτων είναι ρίσκο. Πολλές φορές οι γεωτρήσεις αποτυγχάνουν.
«Οι τέσσερις πρώτες μεγάλες γεωτρήσεις του 2026 ήταν άκαρπες — αυτό είναι το παιχνίδι», δήλωσε ο Andrew Latham της Wood Mackenzie.
Στις ΗΠΑ παραμένει έντονος σκεπτικισμός για τη βιωσιμότητα των υψηλών τιμών, λόγω της εμπειρίας της κατάρρευσης της αγοράς την προηγούμενη δεκαετία που οδήγησε σε χρεοκοπίες εκατοντάδες εταιρείες fracking.
Οι επενδύσεις στην εξερεύνηση μειώθηκαν στα 16 δισ. δολάρια πέρυσι, από μέσο όρο 19 δισ. την περίοδο 2021-2024.
Παράλληλα, υπάρχει και ο κίνδυνος μείωσης της ζήτησης. Όταν οι τιμές ανεβαίνουν πολύ, καταναλωτές και επιχειρήσεις περιορίζουν τη χρήση πετρελαίου. Ήδη, οι υψηλές τιμές επιταχύνουν τη στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, με τη ζήτηση για ηλιακά πάνελ —ιδιαίτερα στην Κίνα— να εκτοξεύεται.
Έτσι, πολλές αμερικανικές εταιρείες ενδέχεται να στραφούν σε πιο άμεσες λύσεις: αξιοποίηση υπαρχόντων, ανενεργών γεωτρήσεων αντί για νέες, όπως επισημαίνει ο Dan Pickering της Pickering Energy Partners.
Πηγή: CNN

