Για «ελεγκτικό κενό στην Υγεία από το 2019» κάνει λόγο η ΕΛΑΣ, ασκώντας κριτική στην απόφαση κατάργησης του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας (ΣΕΥΥΠ).
Σε ανακοίνωση του Τομέα Υγείας του κόμματος, η κατάργηση του ΣΕΥΥΠ τον Αύγουστο του 2019 χαρακτηρίζεται κομβικό σημείο για την εποπτεία του χώρου της Υγείας. Το κόμμα υποστηρίζει ότι το ΣΕΥΥΠ είχε εξειδικευμένο ρόλο στους ελέγχους ιδιωτικών ιατρείων, κλινικών, νοσοκομείων και άλλων δομών και ότι η κατάργησή του άφησε σημαντικό κενό.
«Οι ράμπο της Υγείας»
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, το ΣΕΥΥΠ δεν αποτελούσε απλώς έναν διοικητικό μηχανισμό, αλλά ένα εξειδικευμένο σώμα ελέγχου που μπορούσε να διερευνά παρατυπίες και παραβάσεις στον χώρο της Υγείας.
Η ΕΛΑΣ υποστηρίζει ότι μετά την κατάργησή του οι αρμοδιότητες μεταφέρθηκαν στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας, χωρίς, όπως καταγγέλλει, να διατηρηθεί στον ίδιο βαθμό η εξειδίκευση και η έκταση των υγειονομικών ελέγχων.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, επτά χρόνια μετά την κατάργηση του ΣΕΥΥΠ έχει δημιουργηθεί ένα «τεράστιο ελεγκτικό κενό».
Η σύνδεση με τα περιστατικά στον ιδιωτικό τομέα Υγείας
Το κόμμα υποστηρίζει ότι το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό, αλλά γίνεται ιδιαίτερα κρίσιμο όταν προκύπτουν σοβαρές υποθέσεις στον ιδιωτικό χώρο της Υγείας.
Στην ανακοίνωσή του υποστηρίζει ότι κάθε περιστατικό που καταλήγει σε ανθρώπινη τραγωδία αναδεικνύει την ανάγκη για αποτελεσματικούς και εξειδικευμένους προληπτικούς ελέγχους.
Παράλληλα, η ΕΛΑΣ χαρακτηρίζει «αποκαλυπτική ομολογία» τη νομοθετική πρωτοβουλία του υπουργείου Υγείας τον Ιούλιο του 2025 για την επιστροφή των ελεγκτών Υγείας από την Εθνική Αρχή Διαφάνειας στο υπουργείο Υγείας.
Τι ζητά η ΕΛΑΣ
Το κόμμα ζητά την άμεση δημιουργία ενός αυτοτελούς και εξειδικευμένου σώματος επιθεώρησης υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας.
Όπως αναφέρει, το νέο σώμα θα πρέπει να διαθέτει πλήρη στελέχωση, θεσμική ανεξαρτησία και σαφείς αρμοδιότητες για τον έλεγχο τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα.
Παράλληλα, ζητά δημόσια λογοδοσία για την περίοδο 2019-2026, θέτοντας συγκεκριμένα ερωτήματα για τον αριθμό των ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν, τα αποτελέσματά τους και τις παρατυπίες που ενδεχομένως παρέμειναν χωρίς πόρισμα.

