ΑρχικήΟικονομίαΠόσο κοντά είναι ένα νέο παγκόσμιο κραχ; - Πετρέλαιο πάνω από 100...

Πόσο κοντά είναι ένα νέο παγκόσμιο κραχ; – Πετρέλαιο πάνω από 100 δολάρια και «φούσκα» AI χτυπούν καμπανάκι

Οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές περνούν ξανά περίοδο έντονης αβεβαιότητας, καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου, το αυξανόμενο κόστος κρατικού δανεισμού και οι ανησυχίες για υπερβολές στις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη δημιουργούν ένα ιδιαίτερα εύθραυστο περιβάλλον.

Στις αρχές του καλοκαιριού το κλίμα στις μεγάλες χρηματοπιστωτικές πρωτεύουσες ήταν αισιόδοξο. Η χρηματιστηριακή αγορά των ΗΠΑ είχε φτάσει σε ιστορικά υψηλά, καθώς οι επενδυτές εκτιμούσαν ότι η τεράστια επενδυτική έκρηξη γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να αντισταθμίσει τις οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν.

Πλέον, όμως, οι ενδείξεις έχουν αλλάξει. Η συνέχιση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή χωρίς σαφή προοπτική αποκλιμάκωσης έχει προκαλέσει νέες αναταράξεις στις αγορές, ενώ ταυτόχρονα υπάρχουν ενδείξεις επιβράδυνσης της «κούρσας» για την τεχνητή νοημοσύνη. Την ίδια στιγμή, η αγορά κρατικών ομολόγων βρίσκεται υπό πίεση.

Το κόστος δανεισμού των ΗΠΑ στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007

Την περασμένη εβδομάδα το κόστος δανεισμού της αμερικανικής κυβέρνησης έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει όχι μόνο τα δημόσια οικονομικά των ΗΠΑ, αλλά και νοικοκυριά, επιχειρήσεις και κυβερνήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο.

Βασικός παράγοντας ανησυχίας είναι η άνοδος του πληθωρισμού λόγω του πολέμου και της εκτίναξης των τιμών της ενέργειας. Παράλληλα, οι φορολογικές και δημοσιονομικές πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ έχουν οδηγήσει το αμερικανικό χρέος πάνω από τα 40 τρισ. δολάρια.

Με την τιμή του πετρελαίου να ξεπερνά τα 100 δολάρια το βαρέλι, οι πιέσεις στην αγορά ομολόγων εντείνονται και τίθεται το ερώτημα αν το επόμενο πλήγμα θα αφορά τις μετοχές.

Ο δείκτης S&P 500 βρίσκεται περίπου 3% κάτω από το ιστορικό υψηλό του, ενώ οι επτά μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες –Nvidia, Apple, Google, Microsoft, Meta, Amazon και Tesla– έχουν συνολική χρηματιστηριακή αξία άνω των 20 τρισ. δολαρίων.

Ο Albert Edwards, αναλυτής της Société Générale, προειδοποιεί ότι η άνοδος της τιμής του πετρελαίου μπορεί να μεταδοθεί σε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία και να οδηγήσει σε υψηλότερα επιτόκια, αυξάνοντας τον κίνδυνο ύφεσης. Κατά την εκτίμησή του, διαμορφώνονται ορισμένα από τα συστατικά που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε χρηματοπιστωτική κρίση.

Οι κεντρικές τράπεζες αυξάνουν την πίεση

Η ανησυχία για τον πληθωρισμό που προκαλεί ο πόλεμος έχει ήδη επηρεάσει τη νομισματική πολιτική. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που αποτυπώνονται στις αγορές, η Τράπεζα της Αγγλίας θα μπορούσε να αυξήσει τα επιτόκια τέσσερις φορές έως το τέλος του επόμενου έτους, παρότι τα διατήρησε αμετάβλητα στην τελευταία συνεδρίασή της.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αύξησε τα επιτόκια την προηγούμενη εβδομάδα, επισημαίνοντας τις επιπτώσεις της κλιμάκωσης του πολέμου στην οικονομία της ευρωζώνης. Παράλληλα, η Τράπεζα της Ιαπωνίας αύξησε την Παρασκευή το βασικό της επιτόκιο στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 31 ετών.

Η αύξηση του κόστους δανεισμού μπορεί να περιορίσει τον κίνδυνο να παγιωθεί ο πληθωρισμός, αλλά ταυτόχρονα επιβαρύνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις που ήδη αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος διαβίωσης. Η αύξηση της ανεργίας θα μπορούσε να προσθέσει νέα πίεση στις κυβερνήσεις που ήδη έχουν υψηλό χρέος.

Ο Jim Reid της Deutsche Bank υπολογίζει ότι μια ύφεση στις ΗΠΑ έχει ιστορικά ακολουθήσει, κατά μέσο όρο, περίπου 3 έως 3,5 χρόνια μετά την πρώτη αύξηση επιτοκίων. Οι χρηματιστηριακές αγορές, πάντως, συχνά υποχωρούν πριν ξεκινήσει η ύφεση και αρχίζουν να ανακάμπτουν πριν από την οικονομία.

Η «φούσκα» της τεχνητής νοημοσύνης

Ένας ακόμη παράγοντας ανησυχίας είναι η τεχνητή νοημοσύνη, η οποία μέχρι πρόσφατα αποτελούσε βασικό μοχλό αισιοδοξίας στις αγορές.

Ο δείκτης CAPE, ένας από τους δείκτες που χρησιμοποιούνται για να εκτιμηθεί αν οι μετοχές είναι υπερτιμημένες, έχει φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο από το 2000.

Για τον S&P 500 βρίσκεται κοντά στις 41 μονάδες, δηλαδή πάνω από το διπλάσιο του μακροπρόθεσμου μέσου όρου των περίπου 17 μονάδων και κοντά στο ιστορικό υψηλό των 44,19 μονάδων, που είχε καταγραφεί τον Δεκέμβριο του 1999, λίγο πριν από την κατάρρευση των εταιρειών του διαδικτύου.

Η Fathom Consulting υπολογίζει ότι για να καταστεί κερδοφόρα η επενδυτική έκρηξη των πολλών τρισεκατομμυρίων δολαρίων στην AI, οι πωλήσεις προϊόντων και υπηρεσιών τεχνητής νοημοσύνης των εταιρειών του κλάδου θα πρέπει να αυξηθούν κατά 600 έως 800 δισ. δολάρια μέσα στα επόμενα δύο χρόνια.

Η ίδια εταιρεία εκτιμά σε 30% την πιθανότητα να «σκάσει» η φούσκα της AI το επόμενο έτος. Ο οικονομολόγος της Brian Davidson υποστηρίζει ότι οι οικονομικές προϋποθέσεις πίσω από τις σημερινές τεράστιες επενδύσεις δεν δικαιολογούν το ύψος των δαπανών, εκτός εάν οι πωλήσεις αυξηθούν κατά εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.

Περισσότεροι από 1.000 επενδυτές είχαν εγγραφεί σε τηλεδιάσκεψη της Jefferies για τις προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους της AI, μετά και τις εκκλήσεις κορυφαίων στελεχών του τεχνολογικού κλάδου για επιβράδυνση της ανάπτυξης που χαρακτηρίστηκε «απερίσκεπτη».

Οι ομοιότητες με το κραχ του 2000 και το 1929

Οι σημερινές συνθήκες έχουν προκαλέσει συγκρίσεις τόσο με την κατάρρευση των εταιρειών dotcom το 2000 όσο και με την περίοδο που προηγήθηκε του κραχ του 1929.

Στην περίπτωση του 2000, πολλές εταιρείες του διαδικτύου είχαν αποκτήσει τεράστιες αποτιμήσεις, πριν οι μετοχές τους καταρρεύσουν. Το παράδειγμα δείχνει ότι ακόμη και μια τεχνολογία που τελικά αποδεικνύεται επαναστατική μπορεί να οδηγήσει επενδυτές σε μεγάλες απώλειες όταν χρηματοδοτείται υπερβολικά μεγάλη υποδομή πολύ νωρίς.

Ο Adrian Cox της Deutsche Bank επισημαίνει ότι σε προηγούμενες επενδυτικές εκρήξεις –όπως οι βρετανικοί σιδηρόδρομοι και τα αμερικανικά τηλεπικοινωνιακά δίκτυα– χρειάστηκε ακόμη και πάνω από μία δεκαετία για να συμβαδίσει η ζήτηση με τις υποδομές που είχαν δημιουργηθεί.

Ανάλογες ανησυχίες καταγράφονται στη Νότια Κορέα, όπου μεγάλος αριθμός επενδυτών αγόραζε μετοχές εταιρειών που συνδέονται με την AI χρησιμοποιώντας δανεισμό. Όταν η αγορά άρχισε να υποχωρεί, οι επενδυτές βρέθηκαν αντιμέτωποι με μαζικές απαιτήσεις για πρόσθετα κεφάλαια και πολλοί αναγκάστηκαν να πουλήσουν. Σύμφωνα με τη Goldman Sachs, περίπου 1,2 εκατ. Νοτιοκορεάτες μικροεπενδυτές επηρεάστηκαν από τις απαιτήσεις για πρόσθετα περιθώρια ασφάλειας.

Ο φόβος για το χρέος των εταιρειών AI

Οι τεράστιες επενδύσεις των εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης δημιουργούν επίσης ερωτήματα για το κατά πόσο οι επιχειρήσεις δανείζονται υπερβολικά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Oracle, της οποίας η μετοχή είχε εκτοξευθεί μετά την ανακοίνωση συμφωνίας cloud με την OpenAI. Έκτοτε έχει χάσει περίπου το μισό της αξίας της, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν για το ύψος του δανεισμού που απαιτείται για τη χρηματοδότηση των data centers.

Παράλληλα, υπάρχουν ενδείξεις αυξανόμενης πίεσης στις αγορές εταιρικού χρέους. Η Τράπεζα της Αγγλίας ανέφερε ότι η διαφορά αποδόσεων μεταξύ των πιο επικίνδυνων και των ασφαλέστερων ομολόγων υψηλής απόδοσης έχει διευρυνθεί από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, ένδειξη ότι οι επενδυτές εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί απέναντι στο ρίσκο.

Το κρίσιμο όριο του 5% στα αμερικανικά ομόλογα

Στις αγορές κρατικών ομολόγων, οι τιμές έχουν υποχωρήσει τις τελευταίες εβδομάδες, γεγονός που αυξάνει τις αποδόσεις τους. Αυτό μπορεί να καταστήσει τις μετοχές λιγότερο ελκυστικές, καθώς οι επενδυτές έχουν μεγαλύτερο κίνητρο να στραφούν σε ομόλογα που θεωρούνται ασφαλέστερα.

Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου ξεπέρασε αυτή την εβδομάδα το 5%, ένα επίπεδο που ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ιδιαίτερα κρίσιμο.

Ο John Higgins της Capital Economics σημειώνει ότι, αν και δεν θεωρεί το 5% κάποιο «μαγικό» όριο, υψηλότερες αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων θα μπορούσαν να επιβαρύνουν τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών των ΗΠΑ και να πιέσουν τις μετοχές.

Ο Simon White του Bloomberg εκτιμά ότι το σημείο όπου θα μπορούσε να αρχίσει να εκδηλώνεται σοβαρότερη πίεση βρίσκεται πάνω από το 5,25%. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, σε αυτό το επίπεδο οι απώλειες σε μετοχές και ομόλογα έχουν ιστορικά την τάση να ενισχύουν η μία την άλλη.

Υπάρχει ακόμη περιθώριο να αποφευχθεί ένα κραχ

Παρά τις ανησυχίες, δεν θεωρούν όλοι οι αναλυτές ότι ένα νέο χρηματιστηριακό κραχ είναι αναπόφευκτο. Η Oxford Economics εκτιμά ότι για να προκληθεί μεγάλη οικονομική επιβράδυνση θα χρειαστεί ένας σαφής καταλύτης. Οι αναλυτές της θεωρούν ότι η επίδραση των γεωπολιτικών κρίσεων στην οικονομική δραστηριότητα μπορεί να υπερεκτιμάται, ενώ εκτιμούν επίσης ότι οι αγορές ίσως υπερβάλλουν ως προς τον κίνδυνο νέων αυξήσεων επιτοκίων λόγω πληθωρισμού.

Παράλληλα, υπάρχουν ενδείξεις ότι η τεχνητή νοημοσύνη ήδη συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη. Η παραγωγικότητα της αμερικανικής οικονομίας έχει αυξηθεί, ενώ η AI αναφέρεται ως ένας από τους παράγοντες που συνέβαλαν στην καλύτερη του αναμενομένου πορεία της βρετανικής οικονομίας, η οποία κατέγραψε τον ταχύτερο ρυθμό ανάπτυξης μεταξύ των χωρών της G7 κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους.

Μια διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας θα μπορούσε να βοηθήσει τις εταιρείες με τις πολύ υψηλές χρηματιστηριακές αποτιμήσεις να δικαιολογήσουν τις τιμές τους. Ωστόσο, πρόκειται για ένα στοίχημα υψηλού ρίσκου σε μια περίοδο έντονης παγκόσμιας μεταβλητότητας.

Ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Τράπεζας της Αγγλίας, Andy Haldane, εκτιμά ότι υπάρχει πραγματική βάση πίσω από την αύξηση της παραγωγικότητας που συνδέεται με την AI, προειδοποιεί όμως ότι η κατάσταση παραμένει εύθραυστη. Δεν βλέπει απαραίτητα μια κατάρρευση τύπου dotcom, αλλά θεωρεί πιθανό ένα σταδιακό «ξεφούσκωμα» που θα μπορούσε να επιβραδύνει την παγκόσμια οικονομία χωρίς να προκαλέσει την κατάρρευσή της.

Πηγή: Guardian

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ