Τραγωδία Marfin: Δέκα χρόνια μετά

33 mins read

Οι κατηγορηθέντες για τον εμπρησμό σε βιβλιοπωλείο και στην τράπεζα που είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους τρεις άνθρωποι και ένα αγέννητο παιδί κρίθηκαν αθώοι.

Δέκα χρόνια μετά δεν έχει βρεθεί ποιοι τους σκότωσαν, δέκα χρόνια χωρίς να έχει αποδοθεί Δικαιοσύνη, δεν θα τους ξεχάσουμε ποτέ.

Ήταν μεσημέρι της 5ης Μαΐου του 2010. Η Αθήνα είχε κατακλυστεί από χιλιάδες διαδηλωτές, κατά του μνημονίου και η χώρα είχε παραλύσει από τη γενική απεργία. Οι πρώτες πληροφορίες για την αδιανόητη τραγωδία που είχε συμβεί στο υποκατάστημα της τράπεζας Marfin στην οδό Σταδίου ήρθαν από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, αφού τα ελληνικά μετείχαν στην απεργία.

Τρεις άνθρωποι, υπάλληλοι της τράπεζας κάηκαν ζωντανοί όταν ομάδα 23 κουκουλοφόρων (σύμφωνα με το βούλευμα με το οποίο παραπέμφθηκαν σε δίκη οι δύο βασικοί κατηγορηθέντες) έβαλαν φωτιά με μολότοφ: Ήταν η Παρασκευή Ζούλια (35 ετών), η Αγγελική Παπαθανασοπούλου (32 ετών, έγκυος στο πρώτο της παιδί) και ο Επαμεινώνδας Τσάκαλης (36 ετών). Οι επιθέσεις με τις μολότοφ εκδηλώθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα στο βιβλιοπωλείο Ιανός και την τράπεζα.

Οι οκτώ υπάλληλοι που είχαν παγιδευτεί στη Marfin προσπαθούσαν όπως όπως να σωθούν- από μπαλκόνια, από την τράπεζα που είχε μετατραπεί σε φλεγόμενη «ποντικοπαγίδα». Από τις μετέπειτα αφηγήσεις και μαρτυρίες κατά τη διεξαγωγή της δίκης ήρθαν στο φως τραγικές και συγκλονιστικές πτυχές από το δράμα των ανθρώπων που εγκλωβίστηκαν στην τράπεζα. Σε τηλεφωνικές επικοινωνίες με οικείους τους, ανέφεραν ότι πνίγονται από τον καπνό, ενώ η μοναδική έξοδος ήταν κλειστή. Υπάλληλοι, που διεσώθησαν αφηγήθηκαν τις στιγμές πανικού και ως μοναδική οδό διαφυγής να πηδήξουν από το μπαλκόνι. Οι κουκουλοφόροι απ’ έξω ούρλιαζαν «να καείτε».

Συγκλονιστική ήταν η κατάθεση που έδωσε ο υπάλληλος της Marfin Δημήτρης Παπατζής. Ο μάρτυρας περιέγραψε στο δικαστήριο: «Μας είχαν στο στόχαστρο, φωνάζανε… Είδα ότι έχει σπάσει το τζάμι του ισογείου και ότι κάποια άτομα έριχναν εύφλεκτο υλικό. Πήρα πυροσβεστήρα αλλά δεν τα κατάφερα. Έτσι ανεβήκαμε πάνω στον δεύτερο όροφο. Η φωτιά άρχισε σιγά σιγά να ανεβαίνει…. Ήμουν εγκλωβισμένος στο μπαλκόνι δεν ήξερα αν πρέπει να πηδήξω ή να καώ…. Πετούσαν πέτρες. Τα άτομα αυτά παρείσφρησαν στην πορεία… Τους βλέπαμε να σπάνε τον «Ιανό». Δεν ήταν οι διαδηλωτές που ήρθαν να διαδηλώσουν για το Μνημόνιο. Είχαν μπει μέσα στη πορεία. Είχαν καλύψει τα πρόσωπά τους. Γύρω στις 14:00 ακούσαμε το σπάσιμο της τζαμαρίας. Εν τέλει πήδηξα από το μπαλκονι….Όσο ήμουν στο μπαλκόνι δεν είδα κίνηση αλληλεγγύης προς εμάς… Υπήρχε μόνο ένας άνθρωπος που φώναζε: ” Μέσα καίγονται ρε παιδιά”»…

H Παναγιώτα Βασιλάκου, επίσης υπάλληλος της τράπεζας, κατέθεσε ότι είδε κάποιον που «φορούσε χακί και κρατούσε κάτι σαν μπουκάλα καταδύσεων που μπροστά είχε πράσινο λάστιχο ποτίσματος». Η υπάλληλος ανέφερε ότι είχε «την αίσθηση πως ο άνθρωπος αυτός “πετούσε κάτι στη φωτιά που φούντωνε….”».

Όπως είπε: «Ήταν γεροδεμένος με έντονη τριχοφυία στα χέρια» ενώ το «πλήθος ήταν άγριο, πετούσε πέτρες, παρ’ όλο που φωνάζαμε ότι καιγόμαστε». Σύμφωνα με τη μάρτυρα «η φωτιά πρέπει να μπήκε γύρω στις 13:55…».

Οι φωτογραφίες, τα βίντεο, οι μαρτυρίες είχαν ως αποτέλεσμα να σχηματισθεί μια ογκώδης μεν δικογραφία και να καθίσουν στο εδώλιο με βαρύτατες κατηγορίες δύο άτομα, αλλά δεν υπήρξαν καταδίκες. Το Μεικτό ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας τους έκρινε ομόφωνα αθώους. Το έγκλημα που στοιχειώνει την κοινή μνήμη και συνείδηση παραμένει, εννέα χρόνια μετά, χωρίς τιμωρία.

H αθωωτική απόφαση του δικαστηρίου

Της αθωωτικής απόφασης του δικαστηρίου είχε προηγηθεί πρόταση της εισαγγελέως της έδρας για αθώωση των δύο κατηγορουμένων αλλά και δεκάδες καταθέσεις μαρτύρων στο δικαστήριο, εκ των οποίων κανείς δεν είχε αναγνωρίσει στα πρόσωπα των κατηγορουμένων κάποιον από τους δράστες των επιθέσεων.

Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας η εισαγγελέας της έδρας πρότεινε την απαλλαγή των δυο κατηγορουμένων και την πρότασή της τελικά υιοθέτησε και το δικαστήριο με την ετυμηγορία που εξέδωσε.

Συγκεκριμένα, για τον Θ.Σίψα που κατηγορήθηκε για τον εμπρησμό της τράπεζας, η εισαγγελέας είπε πως παρότι ήταν στην πορεία την επίμαχη ημέρα δεν υπάρχουν σοβαρές και ικανές ενδείξεις για να οδηγήσουν στην ενοχή του. Για τον κατηγορούμενο για τον εμπρησμό του βιβλιοπωλείου «ΙΑΝΟΣ», Παύλο Ανδρεάδη ή Άντρεεβ, η εισαγγελέας επισήμανε ότι δεν βρισκόταν ούτε καν στην πορεία την επίμαχη ημέρα.

Αρχικά, οι δυο κατηγορούμενοι καθώς και άλλα πρόσωπα ενεπλάκησαν στην υπόθεση μέσω μίας ανώνυμης επιστολής ενώ εν συνέχεια υπήρχαν φωτογραφίες και μαρτυρίες οι οποίες φέρονταν να τους τοποθετούσαν στο σημείο των επεισοδίων. Βέβαια οι μαρτυρίες εν συνέχεια αναιρέθηκαν και στο ακροατήριο δεν υπήρξε κανένας μάρτυρας που να τους αναγνωρίζει ως δράστες των επιθέσεων. Επίσης η υπεράσπιση των κατηγορουμένων αμφισβήτησε μέσω και ειδικής πραγματογνωμοσύνης που προσκομίστηκε σήμερα την ταυτοποίηση μέσω φωτογραφιών του Θ. Σίψα με έναν εκ των δραστών του εμπρησμού της τράπεζας.

Facebook Comments