Η κατ’ οίκον παράδοση φαγητού δεν είναι εφεύρεση της ψηφιακής εποχής. Αν και σήμερα ταυτίζεται με εφαρμογές και ειδοποιήσεις στο κινητό, η ανάγκη μεταφοράς έτοιμου φαγητού στον τελικό καταναλωτή έχει βαθιές ιστορικές ρίζες. Από τα βασιλικά τραπέζια μέχρι τις σύγχρονες πλατφόρμες, το delivery ακολούθησε την εξέλιξη των πόλεων, της τεχνολογίας και των κοινωνικών συνηθειών.
Στην αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα, η οργανωμένη μεταφορά έτοιμων γευμάτων αφορούσε κυρίως την ελίτ. Στα βασιλικά παλάτια και στις αυλές αριστοκρατών, η κουζίνα συχνά λειτουργούσε σε ξεχωριστό κτίριο για λόγους ασφαλείας και υγιεινής. Το φαγητό μεταφερόταν με ειδικά σκεύη και συνοδεία προσωπικού προς τις αίθουσες συμποσίων. Αν και δεν επρόκειτο για «παραγγελία» με τη σύγχρονη έννοια, η ιδέα της μεταφοράς έτοιμου γεύματος από σημείο παραγωγής σε σημείο κατανάλωσης ήταν ήδη παρούσα.
Η πιο ξεκάθαρη μορφή πρώιμου delivery εμφανίζεται στην αρχαία Ρώμη. Στην πόλη λειτουργούσαν μικρά καταστήματα που πωλούσαν ζεστό φαγητό σε πολίτες που δεν διέθεταν ιδιωτική κουζίνα. Πολλοί κάτοικοι των πολυώροφων insulae δεν είχαν τις υποδομές για μαγείρεμα, με αποτέλεσμα να αγοράζουν έτοιμα γεύματα για κατανάλωση εκτός ή εντός σπιτιού. Η αστική πυκνότητα και ο τρόπος ζωής δημιούργησαν τις συνθήκες για μια πρώιμη «αγορά έτοιμου φαγητού».
Στους επόμενους αιώνες, η πρακτική εξελίχθηκε παράλληλα με την ανάπτυξη των πόλεων. Στην Ασία, και ιδιαίτερα στην Κίνα των αυτοκρατορικών χρόνων, υπάρχουν αναφορές σε συστήματα μεταφοράς γευμάτων για εύπορους πελάτες. Κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης στην Ευρώπη, η αστικοποίηση και τα αυξημένα ωράρια εργασίας ενίσχυσαν τη ζήτηση για έτοιμο φαγητό. Οι εργαζόμενοι σε εργοστάσια και γραφεία αναζητούσαν γρήγορες λύσεις, συχνά από κοντινά μαγειρεία και πανδοχεία.
Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, το delivery άρχισε να αποκτά πιο οργανωμένη μορφή. Στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Μεγάλη Βρετανία, εστιατόρια και ντελικατέσεν προσέφεραν αποστολή γευμάτων κατόπιν τηλεφωνικής παραγγελίας. Το τηλέφωνο, ως νέα τεχνολογία, έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Η δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας μεταξύ πελάτη και καταστήματος απλοποίησε τη διαδικασία και μείωσε τα περιθώρια σφάλματος.
Η μαζική εξάπλωση του delivery, ωστόσο, συνδέθηκε κυρίως με τη βιομηχανία της πίτσας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στις ΗΠΑ, πολλές αλυσίδες εστιατορίων επένδυσαν σε συστήματα ταχείας παράδοσης, τυποποιημένες διαδικασίες και εγγυημένους χρόνους διανομής. Το delivery έγινε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και βασικό στοιχείο της εμπορικής ταυτότητας. Το μοντέλο αυτό επεκτάθηκε διεθνώς, δημιουργώντας μια νέα καταναλωτική συνήθεια: το φαγητό στο σπίτι χωρίς μαγείρεμα.
Στην Ελλάδα, η εξάπλωση του delivery επιταχύνθηκε τη δεκαετία του ‘90, με την ευρεία χρήση του τηλεφώνου και την ανάπτυξη μικρών τοπικών επιχειρήσεων. Η πίτσα, τα σουβλάκια και αργότερα η ασιατική κουζίνα αποτέλεσαν βασικούς πυλώνες της αγοράς. Η παράδοση με δίκυκλο ενσωματώθηκε στο αστικό τοπίο, δημιουργώντας μια νέα κατηγορία εργαζομένων: τους διανομείς.
Η επόμενη μεγάλη τομή ήρθε με το διαδίκτυο και, τα smartphones. Οι ψηφιακές πλατφόρμες μετέτρεψαν το delivery από υπηρεσία μεμονωμένων καταστημάτων σε ολοκληρωμένο σύστημα. Εφαρμογές όπως η Uber Eats, η Wolt και η efood λειτούργησαν ως μεσάζοντες μεταξύ εστιατορίων, διανομέων και καταναλωτών. Ο χρήστης μπορούσε πλέον να συγκρίνει τιμές, να διαβάζει αξιολογήσεις και να παρακολουθεί σε πραγματικό χρόνο τη διαδρομή της παραγγελίας.
Η πανδημία του COVID-19 επιτάχυνε περαιτέρω τη μετάβαση. Τα περιοριστικά μέτρα και το κλείσιμο της εστίασης για το κοινό ενίσχυσαν τη ζήτηση για κατ’ οίκον παράδοση. Πολλά εστιατόρια που δεν διέθεταν προηγουμένως υπηρεσία delivery αναγκάστηκαν να ενταχθούν σε πλατφόρμες ή να δημιουργήσουν δικά τους δίκτυα διανομής. Παράλληλα, αναπτύχθηκαν οι λεγόμενες «dark kitchens» — κουζίνες που λειτουργούν αποκλειστικά για online παραγγελίες, χωρίς φυσικό χώρο υποδοχής πελατών.
Σήμερα, το delivery δεν περιορίζεται στο έτοιμο φαγητό. Περιλαμβάνει είδη σούπερ μάρκετ, φαρμακευτικά προϊόντα και καθημερινά αγαθά, με υποσχέσεις παράδοσης σε ελάχιστα λεπτά. Η ταχύτητα και η ευκολία αποτελούν βασικά κριτήρια επιλογής για τον καταναλωτή, ενώ η τεχνολογία —από αλγορίθμους διαχείρισης στόλου μέχρι δοκιμές με αυτόνομα οχήματα— συνεχίζει να μετασχηματίζει τον κλάδο.
Παράλληλα, το μοντέλο θέτει ερωτήματα για τις εργασιακές συνθήκες, τη βιωσιμότητα και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Η αύξηση των διανομών συνεπάγεται μεγαλύτερη κυκλοφορία, συσκευασίες μίας χρήσης και νέες μορφές απασχόλησης που συζητούνται σε ρυθμιστικό επίπεδο.
Από τις βασιλικές κουζίνες έως τα ψηφιακά apps, η ιστορία του delivery αντικατοπτρίζει τη διαρκή αναζήτηση ευκολίας. Κάθε εποχή αξιοποίησε τα μέσα που διέθετε για να φέρει το φαγητό πιο κοντά στον καταναλωτή. Αν κάτι παραμένει σταθερό, είναι ότι η ανάγκη για γρήγορη και άμεση πρόσβαση στο γεύμα ακολουθεί τον ρυθμό της κοινωνίας — και εξελίσσεται μαζί της.

