Κάθε χρόνο, το Μεγάλο Σάββατο, τα βλέμματα χιλιάδων πιστών στρέφονται προς τα Ιεροσόλυμα και τον Πανάγιο Τάφο, όπου τελείται η τελετή αφής του Αγίου Φωτός.
Πρόκειται για ένα από τα πιο γνωστά και συγκινησιακά φορτισμένα θρησκευτικά γεγονότα της Ορθοδοξίας, το οποίο συνδέεται με την Ανάσταση του Χριστού και φέρει βαθύ συμβολικό περιεχόμενο. Ωστόσο, πέρα από τη θρησκευτική του διάσταση, το Άγιο Φως στην Ελλάδα έχει αποκτήσει τις τελευταίες δεκαετίες και έντονη πολιτική και κοινωνική σημασία.
Η οργανωμένη μεταφορά του Αγίου Φωτός στην Ελλάδα με κρατική μέριμνα δεν αποτελεί μια παράδοση πολλών χρόνων, όπως συχνά θεωρείται. Αντιθέτως, πρόκειται για μια πρακτική που καθιερώθηκε μόλις το 1988, όταν η ιδέα της επίσημης μεταφοράς με αεροσκάφος υιοθετήθηκε και ενισχύθηκε από την πολιτική ηγεσία της εποχής. Ο τότε πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου φέρεται να υποστήριξε ενεργά την πρωτοβουλία, αφού τα έξοδα της ειδικής πτήσης της Ολυμπιακής για τη μεταφορά του φωτός από τα Ιεροσόλυμα στην Αθήνα καλύφθηκαν από το ελληνικό κράτος. Την ίδια περίοδο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Χρήστος Σαρτζετάκης συνέβαλε στη διαμόρφωση του τελετουργικού υποδοχής με τιμές αρχηγού κράτους — μια πρακτική που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Η εικόνα της άφιξης του Αγίου Φωτός στην Ελλάδα, με κόκκινο χαλί, στρατιωτικά αγήματα και επίσημες τιμές, ενισχύει τον συμβολισμό του ως ιερού και εθνικά σημαντικού στοιχείου. Για πολλούς πιστούς, η τελετή αυτή αποτελεί μια γέφυρα μεταξύ πίστης και πατρίδας, ενισχύοντας την αίσθηση της συλλογικής ταυτότητας.
Το 2001, επί κυβέρνησης Σημίτη, η διαδικασία αναβαθμίστηκε θεσμικά, καθώς η ευθύνη μεταφοράς του Αγίου Φωτός ανατέθηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών. Η κίνηση αυτή ερμηνεύτηκε από ορισμένους ως προσπάθεια ενίσχυσης των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας σε μια περίοδο έντονων κοινωνικών αντιδράσεων, με κύρια εκείνη του ζητήματος της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες.
Οι επικριτές της κρατικής εμπλοκής κάνουν λόγο για υπερβολική «θεαματοποίηση» ενός κατεξοχήν θρησκευτικού γεγονότος. Ο χαρακτηρισμός «διαπόμπευση», που έχει αποδοθεί από εκκλησιαστικούς κύκλους, αποτυπώνει την άποψη ότι η ουσία της πίστης αλλοιώνεται όταν εντάσσεται σε ένα πλαίσιο κρατικής επισημότητας και δημόσιας προβολής. Επιπλέον, τίθεται το ζήτημα του διαχωρισμού κράτους και Εκκλησίας, καθώς και της χρήσης δημόσιων πόρων για θρησκευτικούς σκοπούς.
Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές της παράδοσης τονίζουν ότι το Άγιο Φως αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ορθόδοξης ταυτότητας της χώρας και ότι η επίσημη μεταφορά του αντανακλά τη βούληση μεγάλης μερίδας της κοινωνίας. Υποστηρίζουν επίσης ότι πρόκειται για μια συμβολική πράξη με βαθύ πολιτισμικό και ιστορικό υπόβαθρο.
Συνολικά, η περίπτωση του Αγίου Φωτός στην Ελλάδα αναδεικνύει τη σύνθετη σχέση μεταξύ θρησκείας και κράτους. Αν και η τελετή έχει ρίζες στην παράδοση της Ορθοδοξίας, η σύγχρονη μορφή της αποτελεί προϊόν πολιτικών επιλογών και κοινωνικών εξελίξεων. Άλλοτε ως έκφραση πίστης και άλλοτε ως αντικείμενο κριτικής, το Άγιο Φως συνεχίζει να προκαλεί συζητήσεις, αντανακλώντας τις διαφορετικές αντιλήψεις για τον ρόλο της θρησκείας στη δημόσια ζωή.
Το 2026, ωστόσο, η τελετή της αφής του Αγίου Φωτός πραγματοποιείται υπό πρωτόγνωρες συνθήκες. Στα Ιεροσόλυμα, οι αυστηροί περιορισμοί ασφαλείας και η γενικότερη αστάθεια στην περιοχή έχουν οδηγήσει σε δραστικό περιορισμό της παρουσίας πιστών, με την τελετή να τελείται σχεδόν κεκλεισμένων των θυρών και με ελάχιστους συμμετέχοντες. Η εικόνα των χιλιάδων προσκυνητών που κατέκλυζαν κάθε χρόνο τον Ναό της Αναστάσεως δίνει φέτος τη θέση της σε μια σιωπηλή και περιορισμένη διαδικασία.
Η εξέλιξη αυτή επαναφέρει με έμφαση το ερώτημα για τη φύση και τη σημασία του Αγίου Φωτός στη σύγχρονη εποχή. Όταν η μαζικότητα και η δημόσια προβολή υποχωρούν, το γεγονός απογυμνώνεται από το τελετουργικό του περίβλημα και αναδεικνύεται περισσότερο ως προσωπική και συμβολική εμπειρία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η φετινή ιδιαιτερότητα λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι, πέρα από τις κρατικές τιμές, τις πολιτικές διαστάσεις και τις κοινωνικές αντιπαραθέσεις, το Άγιο Φως εξακολουθεί να αποτελεί, για τους πιστούς, πρωτίστως ένα θρησκευτικό σύμβολο. Ένα σύμβολο που, ανεξάρτητα από τον τρόπο μεταφοράς ή το πλήθος των παρόντων, διατηρεί τη σημασία του μέσα στον χρόνο.
Ίσως τελικά, η συγκυρία αυτή να φωτίζει —με διαφορετικό τρόπο— τη διαχρονική ένταση ανάμεσα στην πίστη ως προσωπικό βίωμα και στην πίστη ως δημόσιο γεγονός. Μια ένταση που, όπως και το ίδιο το Άγιο Φως, συνεχίζει να απασχολεί τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία.

