ΑρχικήΕπικαιρότηταΑγορές ενέργειας: Η σύγκριση Ελλάδας – Ευρώπης σε τιμές ρεύματος και φυσικού...

Αγορές ενέργειας: Η σύγκριση Ελλάδας – Ευρώπης σε τιμές ρεύματος και φυσικού αερίου τον Ιανουάριο 2026 (γραφήματα)

Τα βασικά ευρήματα της ανάλυσης του Ιανουαρίου 2026 για τις αγορές οικιακού ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου αποτυπώνονται στα παρακάτω γραφήματα.

Η Energie-Control Austria, η Ουγγρική Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας και Δημόσιων Υπηρεσιών (MEKH) και η VaasaETT δημοσιεύουν τα αποτελέσματα της μελέτης τους για τις τιμές οικιακού ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου, η οποία καλύπτει 33 ευρωπαϊκές χώρες.

Η έρευνα τιμών περιλαμβάνει πλέον όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και επιλεγμένα μέλη της Ευρωπαϊκής Ενεργειακής Κοινότητας (Μαυροβούνιο, Νορβηγία, Σερβία και Ουκρανία), επιπλέον της Μεγάλης Βρετανίας και της Ελβετίας.

Οικιακές Τιμές Ηλεκτρικής Ενέργειας

Το Διάγραμμα παρουσιάζει την τελική τιμή ηλεκτρικού ρεύματος για τον καταναλωτή στις 33 ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, με ημερομηνία αναφοράς την 2α Ιανουαρίου 2026. Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι, ανάλογα με τη χώρα κατοικίας, η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος μπορεί να διαφέρει περισσότερο από τετραπλάσια.

Η Βέρνη και το Βερολίνο καταγράφονται ως οι ακριβότερες πόλεις για τους οικιακούς καταναλωτές στην Ευρώπη, ενώ ακολουθούν οι Βρυξέλλες, το Δουβλίνο και το Λονδίνο.

Οικιακές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας (συμπεριλαμβανομένων φόρων)

Στον αντίποδα, το Κίεβο εμφανίζει τη χαμηλότερη τιμή ηλεκτρικού ρεύματος, με τη Βουδαπέστη, την Ποντγκόριτσα και το Βελιγράδι να ακολουθούν.

Οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Αθήνα βρίσκονται κάτω από τον μέσο όρο της Ευρώπης των 27 αλλά κάτω από τον μέσο όρο των υπό εξέταση χωρών.

Σε ονομαστικούς όρους, οι τιμές στις πρωτεύουσες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (CEE) τείνουν να διαμορφώνονται χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τον συγκεκριμένο μήνα, το Βουκουρέστι, η Πράγα, η Ρίγα, το Βίλνιους και η Βαρσοβία είναι οι μόνες πρωτεύουσες των χωρών της CEE όπου η τιμή ηλεκτρικής ενέργειας υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Οι σημαντικότερες μεταβολές στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας τον μήνα αναφοράς

Οι κυριότερες αλλαγές που καταγράφηκαν στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας τον συγκεκριμένο μήνα ήταν οι εξής:

  • Αύξηση 17% στη Βαρσοβία, λόγω μεταβολών στις χρεώσεις ενέργειας, στους φόρους ενέργειας και στη διανομή, μετά τη λήξη των μέτρων στήριξης που είχε εφαρμόσει η κυβέρνηση.

  • Αύξηση 9% στη Στοκχόλμη, εξαιτίας ανόδου των χρεώσεων ενέργειας και διανομής.

  • Αύξηση 9% στο Ταλίν, λόγω αύξησης της χρέωσης ενέργειας.

  • Αύξηση 8% στο Ελσίνκι, λόγω αύξησης της χρέωσης ενέργειας.

  • Αύξηση 5% στη Βέρνη, λόγω αύξησης της χρέωσης διανομής.

  • Αύξηση 5% στο Βουκουρέστι, λόγω ανόδου των χρεώσεων ενέργειας, των φόρων ενέργειας και της διανομής.

  • Αύξηση 5% στη Λιουμπλιάνα και στη Ρίγα, λόγω αύξησης των χρεώσεων ενέργειας και των φόρων ενέργειας.

  • Αύξηση 5% στο Βίλνιους, λόγω αύξησης των χρεώσεων ενέργειας και διανομής.

  • Αύξηση 5% στο Ζάγκρεμπ, λόγω αύξησης της χρέωσης διανομής.

  • Μείωση 30% στην Κοπεγχάγη, λόγω μείωσης των φόρων ενέργειας και των χρεώσεων διανομής.

  • Μείωση 10% στην Πόλη του Λουξεμβούργου, λόγω μείωσης των χρεώσεων ενέργειας και διανομής.

  • Μείωση 6% στη Βιέννη, λόγω μείωσης των χρεώσεων ενέργειας, των φόρων ενέργειας και της διανομής.

Τον Ιανουάριο, η μέση τελική τιμή ηλεκτρικού ρεύματος για τον οικιακό καταναλωτή κατέγραψε αύξηση 1% σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, διαμορφούμενη σήμερα σε επίπεδο 2% υψηλότερο σε σύγκριση με έναν χρόνο πριν.

Από τις 33 πρωτεύουσες που εξετάζονται, 22 κατέγραψαν αυξήσεις σε διαφορετικό βαθμό — με τη μεγαλύτερη να σημειώνεται στη Βαρσοβία — ενώ μειώσεις παρατηρήθηκαν σε 5 πρωτεύουσες. Στις υπόλοιπες 6 αγορές δεν καταγράφηκε μεταβολή τιμών.

Η μεγαλύτερη αύξηση στην τελική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας για τον καταναλωτή σημειώθηκε στη Βαρσοβία (17%), καθώς έληξε το κρατικό μέτρο παγώματος τιμών. Η άνοδος ενισχύθηκε σημαντικά και από την αύξηση λοιπών χρεώσεων.

Σημαντικές αυξήσεις στις τελικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τους οικιακούς καταναλωτές καταγράφηκαν στις σκανδιναβικές και βαλτικές χώρες, όπου οι χαμηλές θερμοκρασίες και η άπνοια οδήγησαν σε εκτίναξη των τιμών χονδρικής στο χρηματιστήριο ενέργειας Nord Pool. Η αυξημένη ζήτηση λόγω του ψύχους είχε ως αποτέλεσμα αύξηση 9% στη Στοκχόλμη και στο Ταλίν, 8% στο Ελσίνκι και 5% στο Βίλνιους και στη Ρίγα.

Στη Σλοβενία, καταγράφηκε στις αρχές Ιανουαρίου η υψηλότερη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στην ιστορία της χώρας, εξαιτίας έντονων χιονοπτώσεων, γεγονός που οδήγησε σε αύξηση 5% στις τελικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στη Λιουμπλιάνα.

Η έναρξη του νέου έτους σηματοδότησε επίσης μια γενικότερη ανοδική τάση στα τιμολόγια δικτύου σε ορισμένες ευρωπαϊκές αγορές. Οι υψηλότερες χρεώσεις διανομής αποτέλεσαν τον βασικό λόγο για την αύξηση 5% στις τελικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στη Βέρνη, στο Βουκουρέστι και στο Ζάγκρεμπ.

Αντίθετα, στην Κοπεγχάγη καταγράφηκε μείωση 30% στις τελικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς το κοινοβούλιο ενέκρινε μέτρα για τη μείωση του φόρου ηλεκτρικής ενέργειας στο ελάχιστο επίπεδο που επιτρέπεται από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης — από 72,7 øre/kWh σε μόλις 0,8 øre/kWh — με ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 2026 και για όλη τη διάρκεια του 2026 και του 2027.

Μείωση 10% καταγράφηκε και στην Πόλη του Λουξεμβούργου, καθώς η Enovos, ο μεγαλύτερος προμηθευτής ενέργειας της χώρας, προχώρησε σε χαμηλότερα τιμολόγια, έπειτα από γενική σταθεροποίηση της αγοράς. Παράλληλα, μέρος του κόστους δικτύου στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας εξακολουθεί να καλύπτεται από την κυβέρνηση, στο πλαίσιο στήριξης των νοικοκυριών.

Αντίστοιχα, η αυστριακή κυβέρνηση υλοποίησε μέτρα ελάφρυνσης μειώνοντας τον φόρο ηλεκτρικής ενέργειας στο ελάχιστο όριο της ΕΕ, με αποτέλεσμα πτώση 6% στις τελικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στη Βιέννη.

Τι δείχνουν οι τιμές σε όρους αγοραστικής δύναμης

Όταν οι τιμές προσαρμόζονται με βάση τα Πρότυπα Αγοραστικής Δύναμης (PPS) κάθε χώρας, η εικόνα μεταβάλλεται σημαντικά. Το PPS αποτελεί ένα τεχνητό κοινό νόμισμα αναφοράς, το οποίο εξαλείφει τις διαφορές στο γενικό επίπεδο τιμών μεταξύ των χωρών. Με αυτόν τον τρόπο, οι τιμές ενέργειας αποτυπώνονται σε σχέση με το κόστος άλλων αγαθών και υπηρεσιών.

Με βάση τα προσαρμοσμένα στοιχεία, οι χαμηλότερες τιμές οικιακής ηλεκτρικής ενέργειας καταγράφονται στο Όσλο, στη Βουδαπέστη, στη Βαλέτα και στο Ελσίνκι, ενώ οι υψηλότερες στο Βουκουρέστι, στην Πράγα, στη Βαρσοβία και στο Βίλνιους.

Οι περισσότερες χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης εμφανίζουν συνήθως τιμές ηλεκτρικής ενέργειας που, σε σχέση με το γενικό επίπεδο τιμών της κάθε χώρας, παραμένουν χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (Διάγραμμα 4).

Τον Ιανουάριο του 2026, το Βουκουρέστι, η Πράγα, η Ρίγα, το Βίλνιους και η Βαρσοβία ήταν οι μόνες πρωτεύουσες των χωρών της CEE στις οποίες η τιμή ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφώθηκε πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

(Διάγραμμα 4)

Πριν από την ενεργειακή κρίση, τα σταθερά (ως προς την τιμή και τη διάρκεια) και τα κυμαινόμενα τιμολόγια διαμορφώνονταν σε σχετικά παρόμοια επίπεδα. Συχνά, τα σταθερά τιμολόγια ήταν φθηνότερα, καθώς περιόριζαν για τον προμηθευτή τον κίνδυνο απώλειας πελατών και το ρίσκο προμήθειας. Παρότι οι καταναλωτές ουσιαστικά «στοίχιζαν» σε κάποιο βαθμό στην κατεύθυνση της αγοράς, η επιλογή δεν είχε ιδιαίτερα καθοριστική σημασία για τους περισσότερους. Τουλάχιστον στις πιο ώριμες αγορές, οι ενεργοί καταναλωτές προτιμούσαν συνήθως τα σταθερά τιμολόγια.

Με την εκδήλωση της κρίσης, η εικόνα αντιστράφηκε σε μεγάλο βαθμό. Τα σταθερά τιμολόγια — όπου εξακολουθούσαν να διατίθενται (σε ορισμένες αγορές αποσύρθηκαν από τις αρχές ή τα μέσα της κρίσης) — ήταν ακριβότερα από τα κυμαινόμενα, σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα με πολύ μεγάλη διαφορά. Ωστόσο, η τάση αυτή φαίνεται πλέον να αναστρέφεται.

Τον Ιανουάριο του 2026 παρατηρείται αύξηση στον αριθμό των διαθέσιμων σταθερών συμβολαίων, ενώ η μέση τιμή τους είναι χαμηλότερη από τη μέση τιμή των κυμαινόμενων κατά 1,05 λεπτά του ευρώ ανά κιλοβατώρα (c€/kWh). Σε επτά από τις αγορές της ομάδας EUR-15, όταν εξετάζονται μεμονωμένα, τα σταθερά τιμολόγια είναι κατά μέσο όρο φθηνότερα από τα κυμαινόμενα — συγκεκριμένα στην Αθήνα, το Άμστερνταμ, το Βερολίνο, το Ελσίνκι, το Λονδίνο, τη Στοκχόλμη και τη Βιέννη.

(Διάγραμμα 6)

 

Τα Διαγράμματα 6 και 7 παρουσιάζουν την εικόνα τον Ιανουάριο του 2026 για επιλεγμένες αγορές της ζώνης EUR-15. Συνολικά, η μέση τιμή των σταθερών τιμολογίων διαμορφώθηκε στα 28,57 c€/kWh, έναντι 29,62 c€/kWh για τα κυμαινόμενα τιμολόγια. Φυσικά, στις αγορές όπου τα σταθερά τιμολόγια είναι διαθέσιμα και παρουσιάζουν μεγάλες αποκλίσεις από τα κυμαινόμενα, ο μέσος όρος των δύο κατηγοριών είναι λιγότερο αντιπροσωπευτικός σε σχέση με άλλες αγορές.

(Διάγραμμα 7)

 

Οικιακές Τιμές Φυσικού Αερίου

Το Διάγραμμα 9 παρουσιάζει την τιμή φυσικού αερίου που καταβάλλουν συνήθως οι οικιακοί καταναλωτές σε 27 ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, με ημερομηνία αναφοράς την 2α Ιανουαρίου 2026.

Η υψηλότερη τιμή καταγράφεται στη Στοκχόλμη, όπου οι καταναλωτές πληρώνουν πάνω από τριπλάσια τιμή σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο τελικής τιμής. Ακολουθεί το Άμστερνταμ, ως η δεύτερη ακριβότερη πρωτεύουσα. Η εικόνα αυτή εξηγείται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της σουηδικής αγοράς φυσικού αερίου: σε ολόκληρη τη Σουηδία υπάρχουν μόλις 77.000 οικιακοί καταναλωτές φυσικού αερίου, εκ των οποίων οι 50.000 βρίσκονται στο απομονωμένο δίκτυο φυσικού αερίου της Στοκχόλμης. Τρίτη ακριβότερη πρωτεύουσα είναι σήμερα η Βέρνη.

Η τιμή στη Στοκχόλμη είναι πάνω από 13 φορές υψηλότερη σε σύγκριση με τη Βουδαπέστη, που αποτελεί τη φθηνότερη πόλη για φυσικό αέριο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και σχεδόν 22 φορές υψηλότερη σε σχέση με το Κίεβο.

Και σε αυτή την περίπτωση, η Αθήνα βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο της Ευρώπης των 27 αλλά κάτω από τον μέσο όρο των υπό εξέταση χωρών.

Το οικιακό φυσικό αέριο τείνει να είναι φθηνότερο στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (CEE). Τον συγκεκριμένο μήνα, μόνο η Πράγα εμφανίζει τιμή φυσικού αερίου υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Οι σημαντικότερες μεταβολές στην αγορά φυσικού αερίου τον μήνα αναφοράς

Οι κυριότερες αλλαγές που καταγράφηκαν στην αγορά φυσικού αερίου τον συγκεκριμένο μήνα ήταν οι εξής:

  • Αύξηση 30% στη Μπρατισλάβα, λόγω ανόδου των χρεώσεων ενέργειας και διανομής, μετά τη λήξη των κυβερνητικών μέτρων στήριξης.

  • Αύξηση 3% στο Άμστερνταμ, λόγω αύξησης των φόρων ενέργειας και των χρεώσεων διανομής.

  • Αύξηση 2% στο Δουβλίνο.

  • Αύξηση 2% στην Πράγα, λόγω μεταβολών στις χρεώσεις ενέργειας και διανομής.

  • Αύξηση 2% στη Ρώμη, λόγω αύξησης της χρέωσης διανομής.

  • Αύξηση 2% στη Βιέννη, λόγω μεταβολών στους φόρους ενέργειας και στις χρεώσεις διανομής.

  • Μείωση 11% στο Βερολίνο, λόγω μείωσης των χρεώσεων ενέργειας και των φόρων ενέργειας.

  • Μείωση 5% στην Αθήνα, λόγω μείωσης της χρέωσης ενέργειας.

  • Μείωση 5% στο Βίλνιους, λόγω μείωσης των χρεώσεων ενέργειας και διανομής.

  • Μείωση 3% στην Πόλη του Λουξεμβούργου, λόγω μείωσης των χρεώσεων ενέργειας και διανομής.

  • Μείωση 2% στη Λιουμπλιάνα, στη Μαδρίτη και στη Σόφια, λόγω μείωσης της χρέωσης ενέργειας.

  • Μείωση 2% στο Λονδίνο και στη Ρίγα, λόγω μείωσης των χρεώσεων ενέργειας και διανομής.

Τον Ιανουάριο, η μέση τελική τιμή φυσικού αερίου για τους οικιακούς καταναλωτές παρέμεινε σταθερή. Από τις 27 πρωτεύουσες που εξετάζονται, 6 κατέγραψαν αυξήσεις — με τη σημαντικότερη να σημειώνεται στη Μπρατισλάβα — ενώ μειώσεις παρατηρήθηκαν σε 10 αγορές. Στις υπόλοιπες 11 δεν καταγράφηκε μεταβολή.

Η τιμή αναφοράς TTF κατέγραψε άνοδο τον μήνα αυτό, έπειτα από μια παρατεταμένη πτωτική πορεία, ξεπερνώντας ακόμη και τα 40 ευρώ/MWh — επίπεδο που είχε καταγραφεί τελευταία φορά τον Ιούνιο του 2025. Η άνοδος αποδίδεται στις χαμηλές θερμοκρασίες, στα περιορισμένα αποθέματα και στην αύξηση των γεωπολιτικών εντάσεων, γεγονός που επιβεβαιώνει τη συνεχιζόμενη έντονη μεταβλητότητα της αγοράς.

Η μεγαλύτερη αύξηση στις τελικές τιμές φυσικού αερίου για τους οικιακούς καταναλωτές σημειώθηκε στη Μπρατισλάβα (30%), καθώς η προηγούμενη καθολική επιδότηση ενέργειας δεν καλύπτει πλέον όλα τα νοικοκυριά, αλλά μόνο εκείνα που πληρούν συγκεκριμένα εισοδηματικά κριτήρια.

Αντίθετα, το Βερολίνο κατέγραψε τη μεγαλύτερη μείωση στις τελικές τιμές φυσικού αερίου για τους οικιακούς καταναλωτές (-11%), εξέλιξη που αποδίδεται στα χαμηλότερα τιμολόγια της GASAG, του βασικού προμηθευτή στην πρωτεύουσα της Γερμανίας, καθώς και στην κατάργηση της εισφοράς αποθήκευσης φυσικού αερίου.

Στην Αθήνα, η μείωση 5% στις τελικές τιμές φυσικού αερίου οφείλεται στα χαμηλά επίπεδα της τιμής αναφοράς TTF τον Δεκέμβριο, δεδομένου ότι τα περισσότερα τιμολόγια φυσικού αερίου στην Ελλάδα είναι συνδεδεμένα με την τιμή TTF του προηγούμενου μήνα.

Τέλος, στη Βίλνιους, η έγκριση χαμηλότερων τιμολογίων φυσικού αερίου από τη ρυθμιστική αρχή της Λιθουανίας οδήγησε σε μείωση 5% στις τελικές τιμές για τους οικιακούς καταναλωτές.

 

 

Δείτε αναλυτικά τα γραφήματα εδώ: energypriceindex.com

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ