Την επιλογή της κυβέρνησης να προχωρήσει στη συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν υπερασπίστηκε ο βουλευτής Σερρών και Γραμματέας Διεθνών Σχέσεων και Ε.Ε. της ΝΔ, Τάσος Χατζηβασιλείου, τονίζοντας ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός έθεσε ευθέως και δημοσίως το ζήτημα του casus belli, μέσα στην τουρκική πρωτεύουσα.
Μιλώντας στον ΑΝΤ1, υπογράμμισε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε τις εθνικές θέσεις «με αυτοπεποίθηση και καθαρό λόγο», χωρίς υπαναχωρήσεις. Όπως ανέφερε, το κλίμα της συνάντησης ήταν θετικό, παρά τις υπαρκτές διαφωνίες, και το βασικό αποτέλεσμα ήταν η συμφωνία των δύο ηγετών να συνεχίσουν τη διαδικασία επαναπροσέγγισης που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2023, διατηρώντας ενεργό τον δίαυλο επικοινωνίας Αθήνας–Άγκυρας ως μηχανισμό αποσυμπίεσης εντάσεων.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις δημόσιες παρεμβάσεις του πρωθυπουργού στην Άγκυρα. «Ο Πρωθυπουργός διατύπωσε όλες τις εθνικές θέσεις χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις», σημείωσε, επισημαίνοντας δύο κομβικά σημεία: την αποσαφήνιση ότι η μειονότητα στη Θράκη αποτελείται από Έλληνες μουσουλμάνους πολίτες –«Ευρωπαίους Έλληνες μουσουλμάνους πολίτες», όπως τόνισε– και την ξεκάθαρη απαίτηση για άρση του casus belli.
«Δεν θυμάμαι στη μεταπολίτευση Έλληνα πρωθυπουργό να ζητά τόσο ευθέως, μέσα στην Τουρκία και ενώπιον Τούρκου ηγέτη, την άρση αυτής της απαράδεκτης απειλής. Και μάλιστα χωρίς ουσιαστική αντίδραση από την άλλη πλευρά», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Χατζηβασιλείου έκανε λόγο για επιτυχημένη προετοιμασία από το υπουργείο Εξωτερικών και τον Γιώργο Γεραπετρίτη, επισημαίνοντας ότι «καμία κόκκινη γραμμή δεν ξεθώριασε». Παράλληλα, απάντησε σε σενάρια περί εσωτερικών διαφοροποιήσεων, ξεκαθαρίζοντας ότι η εξωτερική πολιτική της χώρας είναι ενιαία και εκφράζεται με μία φωνή.
«Η Τουρκία ας μην αναζητά προβλήματα εκεί που δεν υπάρχουν», τόνισε, επισημαίνοντας ότι στο εσωτερικό της γειτονικής χώρας παρατηρούνται συχνά αντιφατικές τοποθετήσεις, με αναφορά και στον ρόλο του Ντεβλέτ Μπαχτσελί.
Απαντώντας σε επικριτές της συνάντησης, διερωτήθηκε: «Πού είδαν ραγιαδισμό; Πού είδαν υποχωρητικότητα; Πού είδαν ενδοτισμό;». Όπως είπε, δεν υπήρξε συμφωνία επί της βασικής διαφοράς –της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ–, ωστόσο οι δύο πλευρές αναγνώρισαν ότι μπορούν να συνομιλούν ακόμη και όταν διαφωνούν, κάτι που χαρακτήρισε «ένδειξη ωριμότητας».
Τέλος, αναφέρθηκε στη σημασία της θετικής ατζέντας και της οικονομικής συνεργασίας, σημειώνοντας ότι το διμερές εμπόριο ανέρχεται ήδη στα 6,7 δισ. ευρώ, με στόχο τα 10 δισ. ευρώ. «Η ενίσχυση των οικονομικών δεσμών μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά και στις πολιτικές επαφές», επισήμανε.
«Η Ελλάδα προσήλθε στην Άγκυρα με σοβαρότητα, αυτοπεποίθηση και σαφείς θέσεις. Αυτό είναι το ουσιαστικό μήνυμα της συνάντησης», κατέληξε.

