Ρεπορτάζ του CNN φέρνει στο φως ελλείψεις στον φάκελο της υπόθεσης του Τζέφρι Έπσταϊν που δημοσιοποίησε το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης, καθώς δεκάδες συνεντεύξεις μαρτύρων του FBI δεν εμφανίζονται στον διαθέσιμο όγκο αρχείων.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, σε υλικό αποδεικτικών στοιχείων που είχε παραδοθεί στους συνηγόρους της συνεργάτιδας του Έπσταϊν, Γκισλέιν Μάξγουελ, καταγράφονται περίπου 325 αριθμημένες αναφορές σε συνεντεύξεις μαρτύρων του FBI. Ωστόσο, περισσότερες από 90 από αυτές –δηλαδή πάνω από το ένα τέταρτο– δεν βρίσκονται αναρτημένες στην ιστοσελίδα του υπουργείου Δικαιοσύνης.
Μεταξύ των εγγράφων που δεν έχουν δοθεί στη δημοσιότητα περιλαμβάνονται και τρεις καταθέσεις που σχετίζονται με καταγγελία γυναίκας, η οποία φέρεται να είχε αναφέρει στο FBI ότι ο Έπσταϊν την κακοποιούσε επανειλημμένα από την ηλικία των 13 ετών. Στην ίδια υπόθεση, η γυναίκα είχε διατυπώσει κατηγορίες και σε βάρος του Ντόναλντ Τραμπ για σεξουαλική κακοποίηση, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το CNN.
Το Δημοκρατικό Κόμμα εκφράζει έντονες επιφυλάξεις σχετικά με το αν η κυβέρνηση Τραμπ συμμορφώθηκε πλήρως με την υποχρέωση δημοσιοποίησης των αρχείων που αφορούν την υπόθεση Έπσταϊν.
Ο Ρόμπερτ Γκαρσία, Δημοκρατικός και μέλος της Επιτροπής Εποπτείας της Βουλής, δήλωσε στο CNN ότι «υπάρχει επιζήσασα που έχει διατυπώσει σοβαρές κατηγορίες κατά του προέδρου» και πρόσθεσε πως «σειρά εγγράφων και ενδεχομένως συνεντεύξεων που πραγματοποίησε το FBI με την επιζήσασα δεν είναι διαθέσιμα».
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αρνηθεί κατ’ επανάληψη οποιαδήποτε εμπλοκή σε παράνομες δραστηριότητες που σχετίζονται με τον Έπσταϊν. Ο Λευκός Οίκος χαρακτήρισε τις κατηγορίες «ψευδείς», παραπέμποντας σε παλαιότερη ανακοίνωση του υπουργείου Δικαιοσύνης, σύμφωνα με την οποία «ορισμένα έγγραφα περιλαμβάνουν ψευδείς και υπερβολικούς ισχυρισμούς κατά του προέδρου».
Εκπρόσωπος του υπουργείου Δικαιοσύνης αρνήθηκε ότι έχουν διαγραφεί αρχεία, τονίζοντας ότι «δεν έχει αφαιρεθεί κανένα έγγραφο» και ότι «όλα τα σχετικά στοιχεία έχουν παραδοθεί». Όπως διευκρίνισε, όσα έγγραφα δεν κοινοποιήθηκαν αφορούν διπλότυπα, εμπιστευτικό υλικό ή στοιχεία που εντάσσονται σε εν εξελίξει ομοσπονδιακή έρευνα.
Είναι πάντως γνωστό ότι σημαντικός αριθμός εγγράφων για την υπόθεση Έπσταϊν είτε δεν έχει δημοσιοποιηθεί είτε έχει αποσυρθεί και επανεμφανιστεί μεταγενέστερα.
Παράλληλα, αρκετά θύματα του Έπσταϊν έχουν αναφέρει ότι αναζήτησαν τις δικές τους καταθέσεις στην ιστοσελίδα του υπουργείου Δικαιοσύνης χωρίς να τις εντοπίσουν.
Η συγκεκριμένη καταγγελία
Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης που επικαλείται το CNN, η γυναίκα τηλεφώνησε στην ειδική γραμμή του FBI στις 10 Ιουλίου 2019, λίγες ημέρες μετά τη σύλληψη του Έπσταϊν, και κατήγγειλε ότι είχε πέσει θύμα του.
Δύο εβδομάδες αργότερα, πράκτορες του FBI την εξέτασαν στο γραφείο του δικηγόρου της. Κατά την κατάθεσή της, φέρεται να υποστήριξε ότι ο Έπσταϊν την κακοποιούσε επανειλημμένα σε κατοικία στη Νότια Καρολίνα, όπου είχε μεταβεί για συνέντευξη ως babysitter, όταν ήταν περίπου 13 ετών.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, όταν έδειξε στους πράκτορες φωτογραφία στην οποία εμφανίζονταν μαζί ο Τραμπ και ο Έπσταϊν, ο δικηγόρος της ανέφερε ότι η ίδια «ανησυχούσε για την εμπλοκή και άλλων γνωστών προσώπων και φοβόταν ενδεχόμενα αντίποινα», όπως προκύπτει από το σχετικό έγγραφο.
Στο αποδεικτικό υλικό της Μάξγουελ γίνεται αναφορά σε τρία ακόμη έγγραφα που σχετίζονται με το ίδιο πρόσωπο και τις καταγγελίες του προς το FBI, ωστόσο κανένα από αυτά δεν περιλαμβάνεται στα αρχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί.
Ο Ρόμπερτ Γκαρσία ανέφερε ότι, βάσει των μη επεξεργασμένων στοιχείων που εξέτασε, η ίδια γυναίκα «διατύπωσε σοβαρές κατηγορίες κατά του προέδρου».
Ορισμένα επεξεργασμένα αρχεία φαίνεται να δίνουν επιπλέον πληροφορίες. Σε παρουσίαση του FBI από το 2025 καταγράφονται «εξέχοντα ονόματα» που συνδέονται με τον Έπσταϊν, μεταξύ των οποίων και καταγγελία γυναίκας – της οποίας η ταυτότητα έχει αποσιωπηθεί – ότι ο Τραμπ την εξανάγκασε σε στοματική σεξουαλική πράξη και τη χτύπησε στο κεφάλι, αφού προηγουμένως της τον είχε συστήσει ο Έπσταϊν.
Σε άλλο έγγραφο αναφέρεται ότι η καταγγέλλουσα είχε σχέση με τη Νότια Καρολίνα και ότι οι πληροφορίες διαβιβάστηκαν σε αρμόδιο γραφείο του FBI για περαιτέρω διερεύνηση.

