Το 2025, το κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εκφρασμένο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, κυμαίνεται από το 68% του μέσου όρου της ΕΕ σε Βουλγαρία και Ελλάδα έως το 239% στο Λουξεμβούργο, σύμφωνα με προσωρινές εκτιμήσεις της Eurostat που επικαλείται το Εθνικό Στατιστικό Ινστιτούτο.
Το μέσο επίπεδο της ΕΕ, σε όρους αγοραστικής δύναμης, διαμορφώνεται περίπου στις 41.600 ευρώ. Δέκα χώρες, που αντιστοιχούν περίπου στο 34% του πληθυσμού της Ένωσης, βρίσκονται πάνω από τον μέσο όρο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Εκτός από το Λουξεμβούργο, πρόκειται για την Ιρλανδία, τις Κάτω Χώρες, τη Δανία, την Αυστρία, τη Γερμανία, το Βέλγιο, τη Σουηδία, τη Μάλτα και τη Φινλανδία.
Ένα μεγάλο μέρος των υπόλοιπων χωρών βρίσκεται κοντά στον μέσο όρο. Η Γαλλία, η Κύπρος, η Ιταλία, η Τσεχία, η Ισπανία και η Σλοβενία κινούνται περίπου 10% κάτω από αυτόν, ενώ η Λιθουανία, η Πορτογαλία και η Πολωνία βρίσκονται μεταξύ 10% και 20% χαμηλότερα από τον μέσο όρο.
Τα χαμηλότερα επίπεδα κατά κεφαλήν ΑΕΠ καταγράφονται στη Βουλγαρία και την Ελλάδα, με τιμές που υπολείπονται κατά 32% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
The preliminary 2025 results show that gross domestic product (GDP) per capita — expressed in purchasing power standards — ranged between 68% of the EU average in 🇬🇷Greece and 🇧🇬Bulgaria and 239% in 🇱🇺Luxembourg.
Read more 👉https://t.co/AQRC1z4Dv4 pic.twitter.com/Ax5cR2VfQV
— EU_Eurostat (@EU_Eurostat) March 25, 2026
Η αγοραστική δύναμη ως βασικός δείκτης
Οι δείκτες αγοραστικής δύναμης χρησιμοποιούνται ολοένα και περισσότερο, καθώς θεωρούνται πιο κατάλληλοι για συγκρίσεις μεταξύ χωρών σε σχέση με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και τους μισθούς, οι οποίοι αποτυπώνουν κυρίως τη μεταβολή του εισοδήματος των νοικοκυριών μέσα στο ίδιο κράτος από έτος σε έτος.
Αυτό συμβαίνει επειδή μια χώρα μπορεί να καταγράφει αύξηση στους μισθούς, αλλά ταυτόχρονα να σημειώνεται πολύ μεγαλύτερη άνοδος στο κόστος ζωής, γεγονός που τελικά οδηγεί σε απώλεια αγοραστικής δύναμης για τους εργαζόμενους.

