Ο Ανώτατος Ηγέτης του Ιράν Αλί Χαμενεΐ προειδοποίησε σήμερα ότι το αμερικανικό αεροπλανοφόρο που έχει αναπτυχθεί στον Κόλπο μπορεί να βυθιστεί, την ώρα που νέες έμμεσες συνομιλίες ξεκίνησαν στην Ελβετία ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη.
«Ακούμε συνεχώς να λένε» ότι οι ΗΠΑ «έστειλαν ένα πολεμικό πλοίο προς το Ιράν», δήλωσε στη διάρκεια ομιλίας. «Ένα πολεμικό πλοίο είναι οπωσδήποτε ένα επικίνδυνο όπλο, όμως το όπλο που μπορεί να το βυθίσει είναι ακόμη περισσότερο», επέμεινε.
Η Ουάσινγκτον έστειλε τον Ιανουάριο στην περιοχή του Κόλπου το αεροπλανοφόρο Αβραάμ Λίνκολν, το οποίο εξακολουθεί να βρίσκεται ανοικτά του Ιράν σε απόσταση περίπου 700 χιλιομέτρων από τις ακτές του. Ένα δεύτερο αεροπλανοφόρο, το Τζέραλντ Φορντ, αναμένεται να το συναντήσει σε ημερομηνία που παραμένει αβέβαιη.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν θα καταφέρει να καταστρέψει την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, είπε εξάλλου ο Αλί Χαμενεΐ.
«Σε έναν από τους πρόσφατους λόγους του, ο Αμερικανός πρόεδρος είπε πως εδώ και 47 χρόνια η Αμερική δεν έχει καταφέρει να καταστρέψει την Ισλαμική Δημοκρατία… Σας το λέω: δεν θα τα καταφέρετε», είπε.
Ο Χαμενεΐ εμφανίστηκε επιφυλακτικός σχετικά με τον δεύτερο γύρο διαπραγματεύσεων που ξεκίνησε σήμερα το πρωί κοντά στη Γενεύη προκειμένου να απομακρυνθεί ο κίνδυνος στρατιωτικής επέμβασης των Ηνωμένων Πολιτειών.
«Αν πρέπει να υπάρχουν διαπραγματεύσεις –γιατί δεν υπάρχει πραγματικά περιθώριο ελιγμών για να διαπραγματευθούμε– το να προσδιορίζεται εκ των προτέρων το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων είναι λάθος και τρέλα», σχολίασε, αναφερόμενος στις επανειλημμένες εκκλήσεις των ΗΠΑ στο Ιράν να εγκαταλείψει το πυρηνικό πρόγραμμά του.
«Οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου, που άλλοτε είναι απειλητικές, άλλοτε υπαγορεύουν τι πρέπει ή τι δεν πρέπει να γίνει, αποκαλύπτουν μια επιθυμία να κυριαρχήσει το ιρανικό έθνος», είπε ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν.
Από την πλευρά του, ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών Εσμαέλ Μπαγαεΐ εκτίμησε σήμερα σε ένα βίντεο ότι η άρση των κυρώσεων που πλήττουν την οικονομία της χώρας είναι «αναπόσπαστο τμήμα κάθε συμφωνίας για το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος».

