Κατηγορηματικά απέκλεισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης οποιαδήποτε συζήτηση για αύξηση του επιδόματος ενοικίου των βουλευτών ή της αποζημίωσής τους για τη συμμετοχή σε κοινοβουλευτικές επιτροπές, χαρακτηρίζοντάς την «άκαιρη», σε μια περίοδο κατά την οποία, όπως είπε, η κυβέρνηση αναζητεί κάθε διαθέσιμο δημοσιονομικό περιθώριο για τη στήριξη των πολιτών.
Μιλώντας στα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ 90,1 FM, ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ ξεκαθάρισε ότι «δεν υπάρχει περίπτωση να την ανοίξει ή να συναινέσει σε αυτήν η κυβερνητική πλειοψηφία».
Όπως ανέφερε, δεν γνωρίζει από πού ακριβώς ξεκίνησε η σχετική συζήτηση και εάν υπήρξαν επαφές μεταξύ βουλευτών διαφορετικών κομμάτων, σημειώνοντας ότι ο πρόεδρος της Βουλής είχε επισημάνει πως για μια τέτοια απόφαση θα απαιτούνταν ευρύτερη συμφωνία των κομμάτων.
«Σε ό,τι αφορά την κυβερνητική πλειοψηφία, δεν υπάρχει καμία τέτοια συζήτηση και θα ήταν και πολύ άκαιρη, για να μην πω κάτι περισσότερο», τόνισε, προσθέτοντας ότι αυτή την περίοδο προτεραιότητα πρέπει να είναι η εξάντληση των δυνατοτήτων στήριξης της κοινωνίας. «Καμία τέτοια συζήτηση δεν πρέπει καν να ανοίξει, ειδικά αυτή την περίοδο», είπε.
Αναφερόμενος στις τελευταίες δημόσιες τοποθετήσεις στελεχών της ΝΔ και στη συζήτηση που προκάλεσαν δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών, ο κ. Μαρινάκης απέφυγε να μπει στη λογική αξιολόγησης υπουργών και βουλευτών. «Δεν είναι δουλειά δική μου, ούτε κανενός άλλου υπουργού ή υφυπουργού να κρίνω τους συναδέλφους μου», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι τα μέλη της κυβέρνησης κρίνονται από την αποτελεσματικότητά τους και τελικά από τους πολίτες.
Για τη δήλωση του Χάρη Θεοχάρη, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος σημείωσε ότι ο ίδιος ο κ. Θεοχάρης αναγνώρισε πως επρόκειτο για «ατυχή φράση», προσθέτοντας ότι μια τέτοια διατύπωση «αδικεί πάρα πολύ και την κυβερνητική πολιτική». Υποστήριξε ότι τα πρόσθετα έσοδα που προκύπτουν από την ανάπτυξη, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής επιστρέφουν στην κοινωνία, με προτεραιότητα στη μεσαία τάξη και στα χαμηλότερα εισοδήματα.
Ιδιαίτερα υψηλοί ήταν οι τόνοι όταν η συζήτηση πέρασε στα Τέμπη και στις πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη. Ο κ. Μαρινάκης σημείωσε αρχικά ότι κάθε δημόσια τοποθέτηση για την τραγωδία οφείλει να λαμβάνει υπόψη ότι πίσω από την πολιτική αντιπαράθεση υπάρχουν οικογένειες που έχασαν τα παιδιά, τα αδέλφια και τους ανθρώπους τους.
Στη συνέχεια, εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στην αντιπολίτευση, κατηγορώντας την ότι συμμετείχε στη «μεγαλύτερη και πιο χυδαία απόπειρα εργαλειοποίησης ενός τραγικού δυστυχήματος και του ανθρώπινου πόνου». Αναφέρθηκε ειδικότερα στις καταγγελίες για ξυλόλιο, παράνομο φορτίο, χαμένα βαγόνια και συγκάλυψη, υποστηρίζοντας ότι παρουσιάστηκαν ως δεδομένα ισχυρισμοί που, κατά την κυβέρνηση, δεν επιβεβαιώθηκαν.
Ως προς το ύφος του Γιώργου Φλωρίδη, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είπε ότι «ο τρόπος που κάθε πολιτικός θα εκφράσει αυτή τη διαπίστωση είναι προσωπική του επιλογή», προσθέτοντας ότι αυτό που, κατά την άποψή του, ήθελε να πει ο υπουργός Δικαιοσύνης είναι πως «είναι ανεκδιήγητος όποιος πολιτικός προσπαθεί να κάνει καριέρα πάνω σε ένα τραγικό δυστύχημα, εργαλειοποιώντας τον ανθρώπινο πόνο».
Για τον Χρήστο Τριαντόπουλο, ο κ. Μαρινάκης διαχώρισε την υπόθεση που θα κριθεί από τη Δικαιοσύνη από τις πολιτικές καταγγελίες περί «μπαζώματος» με σκοπό τη συγκάλυψη παράνομου φορτίου. «Εμείς πιστεύουμε στην αθωότητα του κυρίου Τριαντόπουλου, αλλά δεν είμαστε δικαστές. Η Δικαιοσύνη θα αποφασίσει», ανέφερε.
Για την απουσία του Κώστα Καραμανλή από τα επικείμενα γενέθλια της Νέας Δημοκρατίας, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επιχείρησε να αποσυνδέσει την εκδήλωση από τα πρόσωπα. Αναγνώρισε την προσφορά και τον «πατριωτισμό» του πρώην πρωθυπουργού, προσθέτοντας ότι η επέτειος αφορά πρωτίστως τα μέλη και τους ψηφοφόρους που στήριξαν διαχρονικά την παράταξη. «Για αυτούς θα πάμε στα γενέθλια και όχι για κάποιον προσωποπαγώς», ανέφερε.
Σαφές μήνυμα έστειλε ο κ. Μαρινάκης και για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου, απορρίπτοντας την εκτίμηση ότι στην Κάσο υπήρξε ελληνική υποχώρηση έναντι της Τουρκίας.
«Η πραγματικότητα είναι ότι δεν υπήρξε καμία υποχώρηση», δήλωσε και προανήγγειλε ότι το προσεχές διάστημα, με βάση τον υφιστάμενο προγραμματισμό, το έργο θα προχωρήσει. Τόνισε μάλιστα ότι πρόκειται για ευρωπαϊκό έργο, καθώς αίρει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου, και προσέθεσε: «Ελλάδα, Κύπρος και Γαλλία, αλλά συνολικά και η Ευρώπη, θα προχωρήσουν το έργο αυτό, που δεν τίθεται κανένα θέμα άδειας, ούτε έχει υπάρξει οποιαδήποτε υποχώρηση».
Ερωτηθείς, τέλος, για το δημοσίευμα της Wall Street Journal, απέφυγε να σχολιάσει τη δημοσιογραφική έρευνα, ήταν όμως κατηγορηματικός ως προς το ζήτημα ενδεχόμενων απειλών προς την Αθήνα. «Ουδέποτε τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα απειλής, ουδέποτε δέχτηκε απειλή η ελληνική κυβέρνηση, ούτε θα μπορούσε ποτέ να γίνει κάτι τέτοιο ανεκτό», είπε, επισημαίνοντας παράλληλα ότι οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις βρίσκονται, κατά την κυβέρνηση, «στο υψηλότερο επίπεδο από ποτέ».
Για την επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στο Άγιον Όρος, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος σχολίασε ότι, εφόσον πρόκειται για «ειλικρινή προσχώρηση» στην πίστη, είναι καλοδεχούμενη. Άφησε, ωστόσο, σαφή πολιτική αιχμή για το ενδεχόμενο η επίσκεψη να εντάσσεται στην προσπάθεια επανατοποθέτησης του πρώην πρωθυπουργού: «Εάν είναι στο πλαίσιο του rebranding να πάμε και στο Άγιον Όρος, νομίζω υπάρχουν και κάποια ιερά, τα οποία δεν είναι στο πλαίσιο του rebranding».

