Το πρωί της Τετάρτης, ο Πέδρο Σάντσεθ απηύθυνε ένα τηλεοπτικό διάγγελμα διάρκειας δέκα λεπτών με έναν μάλλον ουδέτερο τίτλο: «Θεσμική δήλωση του πρωθυπουργού για την αποτίμηση των πρόσφατων διεθνών εξελίξεων».
Τα λόγια της ομιλίας του, ωστόσο, κάθε άλλο παρά ουδέτερα ήταν. Λίγες ώρες αφότου ο Ντόναλντ Τραμπ είχε απειλήσει ότι θα διακόψει τις εμπορικές σχέσεις με την Ισπανία, λόγω της άρνησης της κυβέρνησής της να επιτρέψει τη χρήση δύο κοινών στρατιωτικών βάσεων στην Ανδαλουσία για πλήγματα κατά του Ιράν, ο Σάντσεθ παρουσίασε ξεκάθαρα τη θέση του.
Με αυτόν τον τρόπο έγινε ένας από τους ελάχιστους Ευρωπαίους ηγέτες που απέρριψαν δημόσια και κατηγορηματικά τις απαιτήσεις ενός Αμερικανού προέδρου, του οποίου το διαπραγματευτικό ύφος χαρακτηρίζεται συχνά από έναν απρόβλεπτο συνδυασμό πίεσης, ταπείνωσης και προσωπικής προβολής.
Ο βασικός άξονας της επιχειρηματολογίας του Ισπανού πρωθυπουργού ήταν ότι ένας ακόμη πόλεμος στη Μέση Ανατολή θα προκαλούσε τεράστιες ανθρώπινες απώλειες, θα αποσταθεροποιούσε περαιτέρω τον κόσμο και θα είχε σοβαρές οικονομικές συνέπειες. Ωστόσο, πολλά σημεία της ομιλίας του είχαν έντονα προσωπικό τόνο.
Όπως τόνισε ο Σάντσεθ, η πρωταρχική υποχρέωση κάθε κυβέρνησης είναι να προστατεύει και να βελτιώνει τη ζωή των πολιτών της, όχι να εκμεταλλεύεται ή να χειραγωγεί διεθνείς συγκρούσεις προς όφελος συγκεκριμένων συμφερόντων.
«Είναι απολύτως απαράδεκτο εκείνοι οι ηγέτες που δεν μπορούν να εκπληρώσουν αυτή την υποχρέωση να χρησιμοποιούν τον πόλεμο ως προπέτασμα καπνού για να κρύψουν την αποτυχία τους και, ταυτόχρονα, να γεμίζουν τις τσέπες μιας μικρής μειοψηφίας – των ίδιων πάντα ανθρώπων που κερδίζουν όταν ο κόσμος σταματά να χτίζει νοσοκομεία και αρχίζει να κατασκευάζει πυραύλους», δήλωσε.
Στη συνέχεια πρόσθεσε: «Είναι αφελές να πιστεύει κανείς ότι από τα ερείπια μπορούν να γεννηθούν δημοκρατίες ή αμοιβαίος σεβασμός μεταξύ των εθνών. Ή ότι η τυφλή και δουλική υπακοή αποτελεί μορφή ηγεσίας… Δεν θα γίνουμε συνένοχοι σε κάτι που είναι κακό για τον κόσμο και που αντιβαίνει στις αξίες και στα συμφέροντά μας, απλώς από φόβο για τα αντίποινα κάποιου».
Το ποιος ήταν αυτός ο «κάποιος» δεν χρειαζόταν καμία διευκρίνιση.
Ακόμη κι αν ο Σάντσεθ απευθυνόταν σε ένα ήδη ευνοϊκό ακροατήριο –σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση μόλις το 15,7% των Ισπανών έχει θετική άποψη για τον Αμερικανό πρόεδρο– τα λόγια του βρήκαν απήχηση σε πολλούς που εξακολουθούν να θυμούνται με οργή τη στήριξη της Ισπανίας στην εισβολή στο Ιράκ το 2003, επί πρωθυπουργίας Χοσέ Μαρία Αθνάρ.
Η ομιλία της Τετάρτης ενθουσίασε τη βάση της ισπανικής αριστεράς, προκάλεσε όμως και έντονες αντιδράσεις από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Ο αρχηγός του συντηρητικού Λαϊκού Κόμματος, Αλμπέρτο Νούνιεθ Φεϊχόο, κατηγόρησε τον Σάντσεθ ότι εργαλειοποιεί την εξωτερική πολιτική για εσωτερικούς κομματικούς λόγους και θέτει σε κίνδυνο τις σχέσεις της Ισπανίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Σαντιάγο Αμπασκάλ, επικεφαλής του ακροδεξιού και φιλοτραμπικού κόμματος Vox, υποστήριξε ότι η απόφαση επηρεάστηκε από «αγιατολάχ» και από έναν πρωθυπουργό που, όπως είπε, είναι αποφασισμένος να παραμείνει στην εξουσία παρά τα σκάνδαλα διαφθοράς που βαραίνουν το στενό του περιβάλλον, το Σοσιαλιστικό Κόμμα και την κυβέρνησή του.
Παρά τη σκληρότητα των δηλώσεών του, η στάση του Σάντσεθ δεν αποτελεί κάτι ασυνήθιστο. Ο Ισπανός πρωθυπουργός είναι ένας από τους πιο έντονους Ευρωπαίους επικριτές της πολιτικής του Ισραήλ στη Γάζα, κατηγορώντας το Τελ Αβίβ ότι «εξοντώνει έναν ανυπεράσπιστο λαό» βομβαρδίζοντας νοσοκομεία και «σκοτώνοντας αθώα παιδιά μέσω της πείνας».
Παράλληλα, έχει καταδικάσει την ένοπλη προσπάθεια ανατροπής του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Επιπλέον, σε αντίθεση με την κυρίαρχη πολιτική τάση στην Ευρώπη, έχει υπερασπιστεί ανοιχτά τα οφέλη της μετανάστευσης, την ώρα που πολλοί πολιτικοί σε ολόκληρη την ήπειρο προτιμούν σκληρή ρητορική και πολιτικές αποτροπής.
Η φωνή του ακούγεται ολοένα και πιο δυνατά, παραμένει όμως –τουλάχιστον προς το παρόν– μοναχική. Αν και η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, κέρδισε πολιτικούς πόντους κινητοποιώντας Ευρωπαίους ηγέτες απέναντι στην προσπάθεια του Ντόναλντ Τραμπ να διεκδικήσει τη Γροιλανδία, ο Σάντσεθ δεν έχει λάβει αντίστοιχη στήριξη από τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Για λόγους που άλλοτε σχετίζονται με την εσωτερική πολιτική, άλλοτε με τη διεθνή συγκυρία, την ιδεολογία ή απλώς τον πολιτικό ρεαλισμό, οι ηγέτες στο Βερολίνο, στο Παρίσι και στη Ρώμη έχουν αποφύγει να έρθουν σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τον Τραμπ.
Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν επικοινώνησε την Τετάρτη με τον Σάντσεθ για να εκφράσει τη «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη» της Γαλλίας απέναντι στις αμερικανικές εμπορικές απειλές.
Ο Μακρόν, που έχει μόλις έναν χρόνο ακόμη στην προεδρία και έχει επικεντρωθεί σχεδόν αποκλειστικά στην εξωτερική πολιτική, βρίσκεται τώρα αντιμέτωπος με την πρόκληση της αποκλιμάκωσης μιας ακόμη διεθνούς κρίσης που φαίνεται να βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό εκτός ελέγχου της Γαλλίας.
Το Παρίσι, που είχε αντιταχθεί σθεναρά στον πόλεμο στο Ιράκ το 2003 υπό τον τότε πρόεδρο Ζακ Σιράκ, ακολουθεί σήμερα μια λεπτή ισορροπία ρεαλισμού.
Ο Μακρόν έχει δηλώσει ξεκάθαρα ότι οι επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν δεν συνάδουν με το διεθνές δίκαιο.
Παράλληλα όμως σημείωσε ότι η ιρανική ηγεσία φέρει ευθύνη, καθώς αγνόησε το διεθνές δίκαιο μέσω του πυρηνικού της προγράμματος, της χρηματοδότησης τρομοκρατικών οργανώσεων και των παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Σε τηλεοπτικό του διάγγελμα την Τρίτη, αναφερόμενος στη δολοφονία του ανώτατου ηγέτη του Ιράν και άλλων κορυφαίων αξιωματούχων, δήλωσε: «Η ιστορία δεν θρηνεί ποτέ για τους δήμιους του ίδιου τους του λαού, και κανείς τους δεν θα θρηνηθεί».
Η Γαλλία έχει μετακινήσει το αεροπλανοφόρο Charles de Gaulle στην ανατολική Μεσόγειο, μαζί με επιπλέον συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, για μια –όπως τη χαρακτήρισε ο Μακρόν– «αυστηρά αμυντική» παρουσία προς υποστήριξη των περιφερειακών συμμάχων της, όπως η Κύπρος, αλλά και το Κατάρ, το Κουβέιτ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, όπου η Γαλλία διατηρεί μεγάλη στρατιωτική βάση.
Μία από τις βασικές προτεραιότητες της Γαλλίας, σύμφωνα με αξιωματούχο της κυβέρνησης, είναι «η αναζήτηση ενός τρόπου εξόδου από αυτή την κρίση».
Από τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, ωστόσο, ακούστηκε η πιο διαφορετική ρητορική σε σχέση με τον Σάντσεθ.
Την Κυριακή, λίγο πριν αναχωρήσει για την Ουάσιγκτον, ο Μερτς υιοθέτησε έναν ιδιαίτερα συμβιβαστικό τόνο.
«Η κατηγοριοποίηση των γεγονότων στο Ιράν υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου θα έχει μάλλον περιορισμένο αποτέλεσμα», δήλωσε. «Δεν είναι η στιγμή να κάνουμε διαλέξεις στους εταίρους και συμμάχους μας. Παρά τις επιφυλάξεις μας, μοιραζόμαστε πολλούς από τους στόχους τους χωρίς να μπορούμε να τους επιτύχουμε μόνοι μας».
Η στρατηγική του Μερτς στη συνάντησή του με τον Τραμπ στον Λευκό Οίκο ήταν να κινηθεί με πραγματισμό, ώστε να διατηρήσει περιθώρια ελιγμών για τα σημαντικότερα ζητήματα της Ευρώπης: την Ουκρανία και τους δασμούς που έχει επιβάλει ο Αμερικανός πρόεδρος.
Ο μη δημοφιλής καγκελάριος, που αντιμετωπίζει ισχυρή πρόκληση από την ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία πριν από πέντε περιφερειακές εκλογές φέτος, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να αναζωογονήσει τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, δύσκολα θα μπορούσε να συγκρουστεί ανοιχτά με τον Τραμπ.
Έτσι, όταν την Τρίτη δημοσιογράφος του έδωσε την ευκαιρία να υπερασπιστεί την Ισπανία μετά τις απειλές του Τραμπ για διακοπή εμπορίου, ο Μερτς επέλεξε αντίθετα να στηρίξει την αμερικανική κριτική προς τη Μαδρίτη για την άρνησή της να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ, όπως προτείνει το ΝΑΤΟ.
Αργότερα είπε σε Γερμανούς δημοσιογράφους ότι δεν ήθελε να αντικρούσει τον Τραμπ «δημόσια», αλλά ότι σε ιδιωτικές συνομιλίες υπερασπίστηκε την Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Ωστόσο, μέχρι τότε η διπλωματική ζημιά είχε ήδη γίνει, δίνοντας στον Τραμπ μια ακόμη ευκαιρία να διχάσει τους Ευρωπαίους συμμάχους.
Στη Γερμανία, σχολιαστές επισήμαναν ότι ενώ ο Μερτς είχε δεχθεί επαίνους πέρυσι για την αντίδρασή του σε ορισμένες ακραίες δηλώσεις του Τραμπ για την Ουκρανία και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η στάση του αυτή τη φορά ήταν «ντροπιαστική».
Αν ο Σάντσεθ αναζητούσε συμμάχους για τη στάση του σχετικά με τον πόλεμο στο Ιράν, δύσκολα θα τους έβρισκε στη Ρώμη.
Η Ιταλία διατηρεί μια σκόπιμα αμφίσημη στάση. Η πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι προσπαθεί να κρατήσει το ένα πόδι στο στρατόπεδο του Τραμπ –τονίζοντας συχνά την προσωπική και πολιτική της εγγύτητα μαζί του– και το άλλο στην Ευρώπη.
Αυτή η ισορροπία αποτελεί πλέον βασικό χαρακτηριστικό της εξωτερικής πολιτικής της.
Όπως και στις εμπορικές συγκρούσεις του Τραμπ ή στον πόλεμο στη Γάζα, η Μελόνι αποφεύγει να συγκρουστεί ανοιχτά με την Ουάσιγκτον, αλλά ταυτόχρονα διστάζει να υιοθετήσει μια πλήρως ανεξάρτητη γραμμή.
«Δεν βρισκόμαστε σε πόλεμο και δεν σκοπεύουμε να μπούμε σε έναν», δήλωσε την Τετάρτη στον ιταλικό ραδιοφωνικό σταθμό RTL 102.5. «Η κατάσταση είναι ανησυχητική σε πολλά επίπεδα. Με ανησυχεί μια ολοένα πιο εμφανής κρίση του διεθνούς δικαίου. Ο κόσμος κυβερνάται όλο και περισσότερο από το χάος».
Την Πέμπτη, ωστόσο, ο Ιταλός υπουργός Άμυνας Γκουίντο Κροσέτο υιοθέτησε πιο σαφή θέση, δηλώνοντας στη Βουλή ότι η απόφαση για τα πλήγματα κατά του Ιράν «βρίσκεται εκτός των κανόνων του διεθνούς δικαίου».
«Πρόκειται για έναν πόλεμο που ξεκίνησε χωρίς κανείς στον κόσμο να το γνωρίζει», πρόσθεσε. «Έναν πόλεμο του οποίου τις συνέπειες καλούμαστε τώρα να διαχειριστούμε».
Ο υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας Αντόνιο Ταγιάνι δήλωσε ότι η Ρώμη δεν έχει λάβει μέχρι στιγμής αίτημα από τις ΗΠΑ για χρήση ιταλικών στρατιωτικών βάσεων σε επιχειρήσεις κατά του Ιράν, προσθέτοντας ότι θα εξετάσει οποιοδήποτε αίτημα εφόσον αυτό υποβληθεί.
Στο μεταξύ, η μοναχική αντιπαράθεση της Ισπανίας με την Ουάσιγκτον συνεχίζεται.
Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ, ισχυρίστηκε την Τετάρτη ότι η Μαδρίτη έχει αλλάξει στάση και πλέον είναι πρόθυμη να συνεργαστεί με την αμερικανική επιχείρηση.
Η δήλωση απορρίφθηκε άμεσα και κατηγορηματικά από τον Ισπανό υπουργό Εξωτερικών Χοσέ Μανουέλ Αλμπάρες.
«Η θέση μας “όχι στον πόλεμο” παραμένει ξεκάθαρη και αδιαμφισβήτητη», δήλωσε. «Μπορεί η κυρία Λέβιτ να είναι εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, αλλά εγώ είμαι ο υπουργός Εξωτερικών της Ισπανίας και σας διαβεβαιώνω ότι η θέση μας δεν έχει αλλάξει στο παραμικρό».
Πηγή: Guardian

