Την τρίτη συνεχόμενη θητεία του στη θέση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος εξασφάλισε ο Γιάννης Στουρνάρας, γράφοντας ιστορία ως ο πρώτος επικεφαλής της ΤτΕ που παραμένει στο αξίωμα για τρεις διαδοχικές θητείες. Μετά την έγκριση της Επιτροπής ΔΕΚΟ της Βουλής, θα παραμείνει κεντρικός τραπεζίτης έως το 2032.
Η πρόταση εγκρίθηκε κατά πλειοψηφία, με τη στήριξη των βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας. ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ δήλωσαν «παρών», ενώ ΣΥΡΙΖΑ, Ελληνική Λύση, Νέα Αριστερά, Πλεύση Ελευθερίας και ΝΙΚΗ καταψήφισαν.
Υπέρ της ανανέωσης της θητείας του τάχθηκε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, ο οποίος χαρακτήρισε τον Γιάννη Στουρνάρα «μη βολικό κεντρικό τραπεζίτη», επισημαίνοντας ότι υπερασπίστηκε δύσκολες θέσεις ακόμη και με πολιτικό κόστος και ήταν παρών στις κρίσιμες στιγμές της ελληνικής οικονομίας.
Απαντώντας στις αιτιάσεις της αντιπολίτευσης, ο διοικητής της ΤτΕ τόνισε ότι είναι «αυτοδημιούργητος» και πως έφτασε στη θέση αυτή «με σκληρή δουλειά».
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον θεσμικό ρόλο και την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας, σημειώνοντας ότι αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση της αποστολής της, μακριά από πολιτικές πιέσεις και συγκυριακές σκοπιμότητες. Όπως ανέφερε, η ανεξαρτησία συνοδεύεται από αυξημένη ευθύνη, διαφάνεια και δημόσια λογοδοσία.
Αναφερόμενος στην οικονομία, ο Γιάννης Στουρνάρας υπογράμμισε ότι η Ελλάδα συνεχίζει να αναπτύσσεται ταχύτερα από την ευρωζώνη, προειδοποίησε όμως για τους αυξημένους διεθνείς κινδύνους, ειδικά μετά την άνοδο στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου λόγω των εξελίξεων στα Στενά του Ορμούζ.
Για τα επιτόκια της ΕΚΤ εμφανίστηκε επιφυλακτικός, δηλώνοντας ότι η κατάσταση απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση ώστε να αποφευχθεί τόσο η αναζωπύρωση του πληθωρισμού όσο και η επιβάρυνση της πραγματικής οικονομίας.
Στο πεδίο των τραπεζών, ο διοικητής της ΤτΕ υποστήριξε ότι χωρίς κερδοφορία και επαρκή κεφάλαια δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική χρηματοδότηση της οικονομίας. Επισήμανε μάλιστα ότι ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης στην Ελλάδα κινείται μεταξύ 10% και 12%, όταν ο μέσος όρος στην ευρωζώνη βρίσκεται κοντά στο 3%.
Ξεχωριστή αναφορά έκανε στη δημιουργία του λεγόμενου «πέμπτου τραπεζικού πυλώνα», υποστηρίζοντας ότι ενισχύει τον ανταγωνισμό τόσο στα δάνεια όσο και στις καταθέσεις, ενώ μπορεί να στηρίξει περισσότερο τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις μέσω μικρότερων τραπεζών.
Σε ό,τι αφορά τα «κόκκινα» δάνεια, σημείωσε ότι το χαρτοφυλάκιο των servicers έχει περιοριστεί στα 72 δισ. ευρώ από περίπου 100 δισ. το 2018, ενώ αρκετά «θεραπευμένα» δάνεια επιστρέφουν πλέον στις τράπεζες.
Απαντώντας στις προτάσεις για έκτακτη φορολόγηση των τραπεζικών κερδών, ο Γιάννης Στουρνάρας εκτίμησε ότι οι κοινωνικές παρεμβάσεις και οι χορηγίες των τραπεζών, όπως το πρόγραμμα «Μαριέττα Γιαννάκου» για τα σχολεία, έχουν μεγαλύτερη αξία από μια πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση.
Κλείνοντας, τόνισε ότι τα ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη των ελληνικών τραπεζών αποτελούν εγγύηση για τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας, υπογραμμίζοντας πως ο τραπεζικός τομέας βρίσκεται σήμερα σε σαφώς καλύτερη θέση απέναντι σε πιθανές διεθνείς αναταράξεις.

