Οι τιμές της ενέργειας για τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά εκτοξεύθηκαν μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία στις αρχές του 2022.
Αν και περίπου έναν χρόνο αργότερα σταθεροποιήθηκαν, εξακολουθούν να κινούνται αισθητά πάνω από τα επίπεδα πριν από την ενεργειακή κρίση, σύμφωνα με τον Δείκτη Τιμών Ενέργειας για τα Νοικοκυριά (HEPI).
Ο HEPI αποτελεί μια μηνιαία, ολοκληρωμένη αποτύπωση των τιμών ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου για οικιακή χρήση σε 33 ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, προσφέροντας μια σαφή εικόνα των διαφορών κόστους σε ολόκληρη την ήπειρο.
Βαρύτερο φορτίο για τα χαμηλά εισοδήματα
Το ενεργειακό κόστος επηρεάζει δυσανάλογα τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος, καθώς απορροφά μεγαλύτερο ποσοστό του οικογενειακού προϋπολογισμού τους. Όπως επισημαίνει το Euronews, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, κατά μέσο όρο η ηλεκτρική ενέργεια, το φυσικό αέριο και τα λοιπά καύσιμα αντιστοιχούν στο 4,6% των συνολικών δαπανών των νοικοκυριών στην ΕΕ.
Οι τιμές παρουσιάζουν μεγάλες αποκλίσεις από χώρα σε χώρα, όπως καταγράφει ο δείκτης HEPI, που καταρτίζεται από την Energie-Control Austria, τη MEKH και τη VaasaETT.
Γιατί διαφέρουν τόσο οι τιμές
Οι διαφορές στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου οφείλονται σε πολλούς παράγοντες. Καθοριστικό ρόλο παίζουν το ενεργειακό μείγμα κάθε χώρας —δηλαδή η εξάρτηση από το φυσικό αέριο ή τις ανανεώσιμες πηγές—, οι εθνικές πολιτικές τιμολόγησης, τα καθεστώτα επιδότησης, αλλά και οι φόροι και τα κόστη διανομής. Όλοι αυτοί οι παράγοντες μπορούν να διαμορφώσουν τελείως διαφορετικά επίπεδα τιμών, ακόμη και μεταξύ γειτονικών χωρών.
Η εικόνα της Αθήνας
Σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η Αθήνα κατατάσσεται χαμηλότερα στις τιμές ηλεκτρικού ρεύματος για οικιακή χρήση, όταν συνυπολογίζονται και οι φόροι. Τον Ιανουάριο, το κόστος διαμορφώθηκε στα 23,8 σεντς ανά κιλοβατώρα, έναντι 25,8 σεντς που είναι ο μέσος όρος της ΕΕ.
Ακόμη καλύτερη είναι η εικόνα στο φυσικό αέριο. Με τιμή μετά φόρων μόλις 7 σεντς ανά κιλοβατώρα, η Αθήνα συγκαταλέγεται στις φθηνότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ο μέσος όρος στην ΕΕ φτάνει τα 10,56 σεντς, ενώ ο συνολικός ευρωπαϊκός μέσος όρος τα 10,10 σεντς.
Τι αλλάζει με την αγοραστική δύναμη
Όταν οι τιμές προσαρμόζονται με βάση τα πρότυπα αγοραστικής δύναμης (PPS), η κατάταξη των πόλεων μεταβάλλεται αισθητά. Το PPS εξαλείφει τις διαφορές στο κόστος ζωής και επιτρέπει πιο δίκαιες συγκρίσεις.
Σε όρους PPS, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας τον Ιανουάριο κυμάνθηκαν από 10,9 σεντς στο Όσλο έως 49 σεντς στο Βουκουρέστι. Πόλεις της Ανατολικής Ευρώπης, αν και εμφανίζουν χαμηλότερες ονομαστικές τιμές, επιβαρύνουν περισσότερο τα νοικοκυριά λόγω χαμηλότερων εισοδημάτων. Αντίθετα, πολλές πόλεις της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης φαίνονται ακριβές σε ευρώ, αλλά πιο προσιτές σε όρους αγοραστικής δύναμης.
Για την Αθήνα, οι τιμές σε PPS δεν διαφοροποιούνται δραστικά: διαμορφώνονται στα 24,03 σεντς για το ηλεκτρικό ρεύμα και στα 8,61 σεντς για το φυσικό αέριο.
Στο «κόκκινο» η Στοκχόλμη στο φυσικό αέριο
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν οι τιμές φυσικού αερίου στη Στοκχόλμη. Τον Ιανουάριο του 2026, το κόστος για τους οικιακούς καταναλωτές έφτασε τα 35 σεντς ανά κιλοβατώρα, το υψηλότερο στην Ευρώπη. Εντός της ΕΕ, η τιμή αυτή ήταν πάνω από 13 φορές υψηλότερη από τη Βουδαπέστη, όπου το φυσικό αέριο κόστιζε μόλις 2,6 σεντς.
Το Άμστερνταμ ακολουθεί στη δεύτερη θέση με 17,4 σεντς, γεγονός που καταδεικνύει το τεράστιο χάσμα με τη σουηδική πρωτεύουσα. Σύμφωνα με την έκθεση HEPI, το φαινόμενο συνδέεται με τη δομή της αγοράς φυσικού αερίου της Σουηδίας, όπου ο αριθμός των οικιακών καταναλωτών είναι περιορισμένος και το δίκτυο της Στοκχόλμης λειτουργεί σχεδόν απομονωμένα.
Στην ομάδα των ακριβών πόλεων περιλαμβάνονται επίσης η Βέρνη, η Λισαβόνα, η Ρώμη, το Παρίσι, η Βιέννη, το Δουβλίνο και η Πράγα, με τιμές πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Σύμφωνα με τον δείκτη HEPI, οι μεγάλες διαφοροποιήσεις στις τιμές φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας καθορίζονται κυρίως από τις στρατηγικές προμήθειας, τις καιρικές συνθήκες, τα επίπεδα αποθήκευσης, τις διασυνδέσεις των αγορών και τα εθνικά μέτρα στήριξης.


