Την αποχώρησή της από τη Goldman Sachs ανακοίνωσε η Κάθι Ράμλερ (Kathryn Ruemmler), έπειτα από τη δημοσιοποίηση νέων εγγράφων του αμερικανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης, τα οποία φέρνουν στο φως εκτενέστερες και πιο στενές επαφές της με τον καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα Τζέφρι Έπσταϊν απ’ όσες ήταν έως τώρα γνωστές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που αποκαλύφθηκαν, οι επαφές τους δεν περιορίζονταν σε τυπικό επίπεδο, αλλά περιλάμβαναν φιλική αλληλογραφία, δώρα μεγάλης αξίας και προσωπικές επικοινωνίες, γεγονός που προκάλεσε έντονη εσωτερική αναταραχή στην τράπεζα.
Η ίδια δήλωσε ότι «η ευθύνη μου είναι να θέτω τα συμφέροντα της Goldman Sachs πάνω απ’ όλα», σημειώνοντας πως η παραίτησή της έχει ως στόχο να προστατεύσει τον οργανισμό από περαιτέρω πλήγμα στη φήμη του. Η αποχώρησή της θα τεθεί σε ισχύ στις 30 Ιουνίου.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Goldman Sachs, Ντέιβιντ Σόλομον, ανέφερε ότι «σέβεται την απόφασή της», χαρακτηρίζοντάς την «εξαιρετική γενική νομική σύμβουλο» και «μέντορα και φίλη για πολλούς».
Από τον Λευκό Οίκο στην κορυφή της Wall Street
Η Ράμλερ έγινε ευρύτερα γνωστή ως νομική σύμβουλος του Λευκού Οίκου επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα. Προηγουμένως είχε διακριθεί ως εισαγγελέας, συμμετέχοντας μεταξύ άλλων στην παραπομπή στελεχών της Enron σε δίκη.
Μετά τη θητεία της στην κυβέρνηση Ομπάμα επέστρεψε στο δικηγορικό γραφείο Latham & Watkins και το 2020 εντάχθηκε στη Goldman Sachs, αναλαμβάνοντας αργότερα επικεφαλής της νομικής υπηρεσίας σε μια περίοδο κατά την οποία η τράπεζα επιδίωκε ενίσχυση της θεσμικής της θωράκισης.
Θεωρούνταν ένα από τα πλέον ισχυρά και καταξιωμένα στελέχη της Wall Street, με την αμοιβή της να συνδέεται κυρίως με μετοχικά πακέτα που μπορούσαν να αποφέρουν 10 έως 20 εκατ. ευρώ ετησίως, πέραν του βασικού μισθού της.
Οι αποκαλύψεις για τον Έπσταϊν
Η σχέση της με τον Τζέφρι Έπσταϊν είχε αποκαλυφθεί ήδη από το 2023 από τη Wall Street Journal, όμως τα πρόσφατα έγγραφα που έδωσαν στη δημοσιότητα το Κογκρέσο και το Υπουργείο Δικαιοσύνης προσέθεσαν νέες λεπτομέρειες.
Σύμφωνα με αυτά:
Ο Έπσταϊν την είχε ορίσει ως αναπληρώτρια εκτελέστρια σε διαθήκη του.
Την κάλεσε το βράδυ της σύλληψής του το 2019.
Της προσέφερε πολυτελή δώρα, μεταξύ των οποίων τσάντα Hermès, δωροκάρτες 10.000 δολαρίων, Apple Watch, λουλούδια, κρασί και τραπεζική μεταφορά 53.750 δολαρίων για ιδιωτική πτήση (την οποία, σύμφωνα με την εκπρόσωπό της, δεν αποδέχθηκε).
Αντάλλασσαν φιλικά emails, σε ορισμένα από τα οποία γίνονταν επικριτικά σχόλια για τον Ντόναλντ Τραμπ.
Έγγραφα δείχνουν επίσης ότι το 2019 η Ράμλερ του παρείχε συμβουλές για το πώς να αντιμετωπίσει τη δημόσια κριτική σχετικά με την ευνοϊκή συμφωνία ομολογίας που είχε συνάψει το 2008.
Η ίδια υποστηρίζει ότι η σχέση τους ήταν επαγγελματική, ότι δεν τον εκπροσώπησε νομικά ούτε λειτούργησε ως συνήγορός του και ότι αγνοούσε οποιαδήποτε νέα ή συνεχιζόμενη παράνομη δραστηριότητά του. Έχει δηλώσει πως μετανιώνει που τον γνώρισε.
Η «σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι»
Παρά τη δημόσια στήριξη που είχε από τη διοίκηση της Goldman Sachs τους προηγούμενους μήνες, η νέα δέσμη εγγράφων φέρεται να αποτέλεσε την καθοριστική καμπή. Σύμφωνα με εσωτερικές πηγές, οι πρόσφατες αποκαλύψεις ενίσχυσαν τις ανησυχίες εντός της τράπεζας για το θεσμικό και επικοινωνιακό κόστος της υπόθεσης.
Η Ράμλερ υπέβαλε την παραίτησή της κατόπιν συνάντησης με τον Σόλομον, κλείνοντας έτσι ένα κεφάλαιο που την είχε φέρει στην κορυφή της Wall Street.
Προστίθεται πλέον στη λίστα υψηλόβαθμων στελεχών από τον χρηματοπιστωτικό και επιχειρηματικό κόσμο που απομακρύνθηκαν από θέσεις ισχύος λόγω των σχέσεών τους με τον Έπσταϊν — ένα σκάνδαλο που εξακολουθεί να παράγει πολιτικούς και επιχειρηματικούς κραδασμούς διεθνώς.

