Η Γκισλέιν Μάξγουελ, η καταδικασμένη συνεργός του σεξουαλικού εγκληματία Τζέφρι Έπσταϊν, εμφανίστηκε χθες μέσω τηλεδιάσκεψης ενώπιον της Επιτροπής Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, σε μια κεκλεισμένων των θυρών ακρόαση που είχε στόχο να ρίξει φως στη σκοτεινή υπόθεση.
Η 64χρονη, η οποία εκτίει ποινή κάθειρξης 20 ετών σε ομοσπονδιακή φυλακή του Τέξας, εμφανίστηκε με γυαλιά και πουκάμισο, ωστόσο αρνήθηκε να απαντήσει στις ουσιαστικές ερωτήσεις των μελών της Επιτροπής. Επικαλέστηκε την Πέμπτη Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος, ασκώντας το δικαίωμα στη σιωπή ώστε να μην ενοχοποιήσει περαιτέρω τον εαυτό της.
Η κατάθεσή της διήρκεσε περίπου 19 λεπτά, κατά τα οποία περιορίστηκε αποκλειστικά στην επιβεβαίωση των προσωπικών της στοιχείων και στο αν αντιλαμβάνεται τη νομική βαρύτητα της διαδικασίας, αποφεύγοντας οποιαδήποτε αναφορά στα εγκλήματα για τα οποία έχει καταδικαστεί.
Ο Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος της Επιτροπής, Τζέιμς Κόμερ, χαρακτήρισε τη στάση της «βαθιά απογοητευτική», τονίζοντας ότι υπήρχαν κρίσιμα ερωτήματα τόσο για τις πράξεις της ίδιας και του Έπσταϊν όσο και για την πιθανή εμπλοκή τρίτων προσώπων.
Από την πλευρά της, η Δημοκρατική βουλευτής Μελάνι Στάνσμπερι ανέφερε ότι η Μάξγουελ φαίνεται να αξιοποίησε την εμφάνισή της για να επιδιώξει ευνοϊκότερη μεταχείριση. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι συνήγοροι υπεράσπισής της είχαν ζητήσει να της παρασχεθεί ποινική ασυλία ως αντάλλαγμα για τη συνεργασία της, αίτημα που απορρίφθηκε από την Επιτροπή.
Μάλιστα, σε επιστολή τους προς τον Τζέιμς Κόμερ, οι δικηγόροι της είχαν αφήσει να εννοηθεί ότι η πελάτισσά τους θα ήταν διατεθειμένη να καταθέσει εφόσον της χορηγούνταν χάρη από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.
Μετά την ολοκλήρωση της ακρόασης, ο Κόμερ δήλωσε πως, βάσει και των επαφών του με θύματα του Έπσταϊν, είναι ξεκάθαρο ότι η Μάξγουελ «δεν άξιζε καμία μορφή ασυλίας», χαρακτηρίζοντάς την «ιδιαίτερα επικίνδυνο πρόσωπο».

