Δυο μήνες και κάτι πριν από τις βουλευτικές εκλογές του μέσου της προεδρικής θητείας στις ΗΠΑ, το ισχυρό ισραηλινό λόμπι AIPAC έχει ξοδέψει περισσότερα χρήματα από οποιοδήποτε άλλο στην εκστρατεία, αλλά η επιρροή του προσελκύει πλέον αυξανόμενο αριθμό επικριτών, ειδικά στην αμερικανική κεντροαριστερά.
Για κάποιο καιρό μάλλον άσημο, το λόμπι AIPAC (American Israel Public Affairs Committee, «αμερικανική επιτροπή δημοσίων σχέσεων του Ισραήλ») έγινε στην πορεία των ετών παίκτης με μεγάλο ειδικό βάρος στην αμερικανική πολιτική σκηνή.
Η οργάνωση με έδρα την Ουάσιγκτον «δαπανά ολοένα περισσότερο σε κάθε νέα εκλογική διαδικασία, τόσο κατά τις εσωκομματικές διαδικασίες όσο και κατά τις ψηφοφορίες, ώστε να εκλέγονται υποψήφιοι που τάσσονται υπέρ του Ισραήλ και να ηττώνται υποψήφιοι που εκτιμά ότι δεν τάσσονται αρκετά υπέρ του Ισραήλ», συνοψίζει ο Ιλάι Κλίφτον, συνιδρυτής του ινστιτούτου μελετών Quincy Institute.
Οι αυξανόμενες παρεμβάσεις του έχουν εν μέρει την προέλευσή τους σε κεφαλαιώδη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο το 2010 εξάλειψε κρίσιμα εμπόδια για τη δαπάνη χρημάτων από οργανώσεις αντιπροσώπευσης ειδικών συμφερόντων σε εκλογές στις ΗΠΑ, διευκρινίζει στο Γαλλικό Πρακτορείο ο συγγραφέας του βιβλίου Israel’s Lobby. Το βιβλίο, που κυκλοφόρησε αυτόν τον μήνα, καταπιάνεται με την αυξανόμενη επιρροή του παραδοσιακού συμμάχου στην εσωτερική πολιτική σκηνή των ΗΠΑ.
Σύμφωνα με τον Ιλάι Κλίφτον, το AIPAC χρηματοδοτείται κυρίως από δισεκατομμυριούχους, ορισμένοι από τους οποίους είναι Ισραηλινοαμερικανοί και άλλοι Αμερικανοί.
Το AIPAC παρουσιάζει τον εαυτό του ως οργάνωση η οποία αγωνίζεται για «πολιτικές που ενισχύουν την εταιρική σχέση ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ισραήλ και βοηθά να εκλέγονται δημοκρατικοί και ρεπουμπλικάνοι που υποστηρίζουν τη συμμαχία» ανάμεσα στις δύο χώρες.
53 εκατομμύρια δολάρια
Το λόμπι, που δεν απάντησε όταν του ζήτησε σχόλιο το Γαλλικό Πρακτορείο, λέει πως όλοι οι δωρητές του είναι Αμερικανοί και «ούτε διευθύνεται, ούτε χρηματοδοτείται από την ισραηλινή κυβέρνηση».
Μια από τις κυριότερες μεθόδους δράσης του βασίζεται σε συνδεδεμένη οργάνωση, το United Democracy Project (UDP), που αναλαμβάνει ιδίως να χρηματοδοτεί διαφημιστικές εκστρατείες υπέρ ή εναντίον επιλεγμένων υποψηφίων.
Πάνω από 53 εκατ. δολάρια έχουν πλέον δαπανηθεί από την UDP στην εκστρατεία ενόψει των εκλογών του Νοεμβρίου, σύμφωνα με δεδομένα της OpenSecrets, οργάνωσης που δραστηριοποιείται για τη διαφάνεια των πολιτικών χρηματοδοτήσεων.
Το AIPAC, μέσω UDP, είναι έτσι το λόμπι που έχει δαπανήσει το μεγαλύτερο ποσό από οποιοδήποτε άλλο ενόψει των φετινών εκλογών.
Στον κατάλογο των τροπαίων του UDP συμπεριλαμβάνονται κάποιες αξιοσημείωτες επιτυχίες φέτος, ιδίως η ήττα στην εσωκομματική διαδικασία των ρεπουμπλικάνων του βουλευτή Τόμας Μάσι, που εναντιωνόταν στην αμερικανική βοήθεια στο Ισραήλ και επέκρινε επανειλημμένα τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.
Αλλά έχει υποστεί επίσης ορισμένες οδυνηρές ήττες, ειδικά στο Μίσιγκαν, όπου η δημοκρατικός Άμπντουλ Ελ Σάγεντ κέρδισε το χρίσμα και θα διεκδικήσει έδρα στη Γερουσία, παρά τα 30 και πλέον εκατομμύρια δολάρια που δαπάνησε το UDP για να εξασφαλίσει την ήττα του.
Ο ιατρός επιδημιολόγος, 41 ετών, εισηγείται να τερματιστεί η αμερικανική βοήθεια στο Ισραήλ κι έχει καταγγείλει τον ρόλο του AIPAC στις εκλογές — μετέτρεψε το λόμπι σε προεκλογικό του επιχείρημα.
Το AIPAC «είναι ο βασικός ‘κακός’ σε αυτό το στάδιο», σχολίαζε προχθές Τετάρτη ο αμφιλεγόμενος τελευταία ίνφλουενσερ της αμερικανικής κεντροαριστεράς Χασάν Πικέρ, που έχει πάνω από τρία εκατομμύρια ακολούθους στην πλατφόρμα βίντεο Twitch.
Άλλος λογαριασμός που χαίρει υψηλής δημοτικότητας στους ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης, με το όνομα «AIPAC Tracker», είναι προσηλωμένος στο να ρίχνει φως στις υποψηφιότητες που υποστηρίζονται από οργανώσεις προσκείμενες στο Ισραήλ.
Η υποστήριξη του AIPAC πλέον σήμερα μπορεί να αποδειχτεί αντιπαραγωγική — όχι λίγοι υποψήφιοι των δημοκρατικών την έχουν αρνηθεί.
Στο φόντο βρίσκεται η εντυπωσιακή μεταστροφή της αμερικανικής κοινής γνώμης για τις σχέσεις Ισραήλ-ΗΠΑ, εξαιτίας κυρίως του πολέμου στη Λωρίδα της Γάζας από το 2023.
Δημοσκόπηση του πανεπιστημίου Κουίνιπιακ υπέδειξε τον Ιούνιο ότι το 48% των αμερικανών ψηφοφόρων που ερωτήθηκαν σχετικά εκτιμά ότι η Ουάσιγκτον υποστηρίζει σε υπερβολικό βαθμό το Ισραήλ, ποσοστό που ανεβαίνει στο 66% στις τάξεις όσων δήλωσαν ψηφοφόροι των δημοκρατικών· πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο στο οποίο έχει φτάσει τα εννιά χρόνια που διενεργείται αυτή η κυλιόμενη σφυγμομέτρηση.
Η υποχώρηση της δημοτικότητάς του στην αμερικανική κοινή γνώμη είναι κάτι το οποίο το λόμπι μοιάζει να έχει συνειδητοποιήσει πια.
Σύμφωνα με ανάλυση των New York Times, το AIPAC χρηματοδότησε 109 προεκλογικές διαφημίσεις οι οποίες προβλήθηκαν στην αμερικανική τηλεόραση μεταξύ του 2022 και του τέλους του Ιουλίου του 2026. Μόλις οι έξι από αυτές αναφέρονταν στο Ισραήλ.
«Προηγουμένως προσπαθούσαν να αντικρούσουν επιχειρήματα και να συνηγορήσουν υπέρ του ότι η χορήγηση οικονομικής βοήθειας στο Ισραήλ ήταν καλό πράγμα», εξηγεί ο Ιλάι Κλίφτον.
Πλέον μοιάζουν να έχουν αποφασίσει «να μιλούν για τα πάντα — εκτός από το Ισραήλ», προσθέτει.

