ΑρχικήΚόσμοςPolitico: Ήρθε η ώρα να «αδειάσουν» τον Τραμπ; Τα αντίποινα που εξετάζουν...

Politico: Ήρθε η ώρα να «αδειάσουν» τον Τραμπ; Τα αντίποινα που εξετάζουν οι Ευρωπαίοι για την Γροιλανδία

Η συμμαχία έχει ήδη ραγίσει, λένε αξιωματούχοι – γιατί να μη φτάσει η Ευρώπη στο σημείο να απειλήσει ακόμη και με διακοπή της στρατιωτικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ;

Καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ απειλεί ανοιχτά με χρήση του αμερικανικού στρατού για την κατάληψη της Γροιλανδίας, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και διπλωμάτες έχουν αρχίσει να διατυπώνουν, χαμηλόφωνα αλλά όλο και πιο συστηματικά, μια σκέψη που μέχρι πρότινος θεωρούνταν αδιανόητη: πώς θα μπορούσε η Ευρώπη να αντεπιτεθεί;

Μια στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και οποιασδήποτε ευρωπαϊκής δύναμης θα οδηγούσε πιθανότατα σε έναν από τους συντομότερους πολέμους της Ιστορίας. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλοι τρόποι με τους οποίους οι σύμμαχοι της Γροιλανδίας θα μπορούσαν να αντιδράσουν, εφόσον ο Αμερικανός πρόεδρος αρνηθεί κάθε συμβιβασμό.

Κεντρικό σημείο πίεσης αποτελεί το εκτεταμένο δίκτυο στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην Ευρώπη, το οποίο χρησιμοποιούν οι ΗΠΑ — με τη γλώσσα της γεωπολιτικής — για να προβάλλουν στρατιωτική ισχύ μακριά από το έδαφός τους, κυρίως στην Αφρική και ιδιαίτερα στη Μέση Ανατολή.

Γιατί να συνεχίσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες να έχουν πρόσβαση σε αυτές τις βάσεις ή να λαμβάνουν υποστήριξη από ναυτικές δυνάμεις, αεροπορίες ή ακόμη και υπηρεσίες πληροφοριών ευρωπαϊκών χωρών, εάν επιχειρήσουν να καταλάβουν κυρίαρχο έδαφος κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ, όπως η Δανία;

Το ερώτημα είναι τόσο ευαίσθητο, ώστε οι διπλωμάτες φροντίζουν να παραμένει μακριά από τις επίσημες συζητήσεις στα τραπέζια συνόδων της ΕΕ ή του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, πέντε αξιωματούχοι και διπλωμάτες επιβεβαίωσαν στο POLITICO ότι το εξαιρετικά λεπτό ζήτημα του πώς μπορεί να «απαντήσει» η Ευρώπη στον Τραμπ συζητείται ιδιωτικά σε όλη την ήπειρο.

Πέρα από τα στρατιωτικά μέσα, οι ΗΠΑ βασίζονται επίσης στην Ευρώπη ως βασικό εμπορικό εταίρο, ενώ οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δαπανούν κάθε χρόνο δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια για την αγορά αμερικανικών οπλικών συστημάτων. Όλα αυτά συνιστούν δυνητικά μοχλούς πίεσης, εφόσον οι Ευρωπαίοι πελάτες αποφασίσουν να σταματήσουν τις αγορές από τις ΗΠΑ.

Ο μεγάλος κίνδυνος, σύμφωνα με ορισμένους αξιωματούχους, είναι ότι μια τόσο ωμή πρόκληση θα μπορούσε να οδηγήσει σε πλήρη ρήξη των διατλαντικών σχέσεων. Άλλοι, ωστόσο, εκτιμούν ότι η συμμαχία έχει καταστεί όλο και πιο τοξική υπό τον Τραμπ και ότι η Ευρώπη πρέπει να προχωρήσει μπροστά.

Ο πιο σαφής υπαινιγμός περί αντιποίνων προήλθε από τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν.

«Δεν υποτιμούμε τις δηλώσεις για τη Γροιλανδία», δήλωσε αυτή την εβδομάδα στους υπουργούς του. «Εάν πληγεί η κυριαρχία ενός ευρωπαϊκού και συμμαχικού κράτους, οι επιπτώσεις θα είναι άνευ προηγουμένου. Η Γαλλία παρακολουθεί την κατάσταση με τη μέγιστη προσοχή και θα ενεργήσει σε πλήρη αλληλεγγύη με τη Δανία».

Γάλλος κυβερνητικός αξιωματούχος δεν επιβεβαίωσε εάν ο Μακρόν έχει έρθει ή σκοπεύει να έρθει σε επαφή με τον Τραμπ για το ζήτημα της Γροιλανδίας, υπογράμμισε όμως ότι «πρόκειται για ένα εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα και κάθε λέξη του σταθμίζεται προσεκτικά».

Ο εύκολος δρόμος ή ο δύσκολος

Η έμμεση προειδοποίηση του Γάλλου προέδρου ήρθε τη στιγμή που οι υπουργοί Εξωτερικών της Δανίας και της Γροιλανδίας ξεκινούσαν συνομιλίες με την κυβέρνηση Τραμπ στην Ουάσινγκτον, αναζητώντας έναν συμβιβασμό για το μέλλον του νησιού των 57.000 κατοίκων.

Μετά τις συνομιλίες της Τετάρτης με τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς και τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο Δανός υπουργός Εξωτερικών Λαρς Λέκε Ράσμουσεν προσπάθησε να εμφανιστεί αισιόδοξος, παραδέχτηκε ωστόσο ότι δεν υπάρχει συμφωνία στον ορίζοντα. «Ο πρόεδρος έχει αυτή την επιθυμία να κατακτήσει τη Γροιλανδία», δήλωσε στους δημοσιογράφους. «Και επομένως εξακολουθούμε να έχουμε μια θεμελιώδη διαφωνία».

Διπλωμάτες ευρωπαϊκών χωρών, που ζήτησαν να διατηρηθεί η ανωνυμία τους λόγω της ευαισθησίας του θέματος, ανέφεραν ότι στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες συνεχίζονται οι συζητήσεις για το πώς θα μπορούσε να ασκηθεί πίεση στον Τραμπ. Οι πιο «ήπιες» επιλογές περιλαμβάνουν καθυστερήσεις, πιέσεις σε Ρεπουμπλικανούς στην Ουάσινγκτον, αποστολές συμμαχικών στρατευμάτων στη Γροιλανδία, ακόμη και επικοινωνιακή εκστρατεία εντός των ΗΠΑ.

Ωστόσο, έχει τεθεί και το ενδεχόμενο διακοπής της υποστήριξης προς αμερικανικές στρατιωτικές αναπτύξεις, ακόμη και η ριζοσπαστική πρόταση ανάκτησης ελέγχου αμερικανικών βάσεων, όπως αποκάλυψε ένας εκ των διπλωματών.

«Γίνονται συζητήσεις για το πώς θα μπορούσαμε να ασκήσουμε πίεση και να πούμε: “Μας χρειάζεστε και αν προχωρήσετε σε αυτό, θα υπάρξουν αντίποινα”», δήλωσε. «Την ίδια στιγμή όμως, κανείς δεν θέλει να το πει δημόσια».

Ο βασικός λόγος που οι Ευρωπαίοι διστάζουν να κινηθούν επιθετικά είναι ότι θεωρούν τη στήριξη του Τραμπ κρίσιμη για την παροχή αξιόπιστων εγγυήσεων ασφαλείας προς την Ουκρανία σε οποιαδήποτε ειρηνευτική συμφωνία με τη Ρωσία. Παράλληλα, πολλοί σύμμαχοι δυσκολεύονται ακόμη να φανταστούν ένα σενάριο στο οποίο οι ΗΠΑ θα καταλάμβαναν τη Γροιλανδία διά της βίας. «Ίσως είναι ευσεβής πόθος», παραδέχτηκε διπλωμάτης, «αλλά πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι».

Άλλος Ευρωπαίος αξιωματούχος επιβεβαίωσε ότι οι κυβερνήσεις εξετάζουν τρόπους αποτελεσματικής αντίδρασης στις αμερικανικές εδαφικές αξιώσεις. «Η Ευρώπη διαθέτει μοχλούς πίεσης, αλλά δεν τους αξιοποιεί στο έπακρο», σημείωσε.

Προς το παρόν, οι Ευρωπαίοι δεν είναι ψυχολογικά έτοιμοι για την κλιμάκωση που θα συνεπαγόταν μια τέτοια σύγκρουση. «Πρέπει να προετοιμαστούμε», πρόσθεσε ο ίδιος αξιωματούχος.

Στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ — όπου οποιαδήποτε συζήτηση περί «τιμωρίας» των ΗΠΑ παραμένει σχεδόν ταμπού — ορισμένοι τονίζουν ότι μια τέτοια επιλογή θα ήταν δίκοπο μαχαίρι. «Η χρήση των βάσεων ως διαπραγματευτικό χαρτί — και αυτό μπορεί να γίνει — θα προκαλούσε αμοιβαία ζημιά», δήλωσε διπλωμάτης του ΝΑΤΟ. «Η Ευρώπη θα έχανε περαιτέρω εγγυήσεις ασφάλειας… και οι ΗΠΑ θα έχαναν το πιο πολύτιμο προκεχωρημένο επιχειρησιακό τους προπύργιο».

Ποια είναι ακριβώς αυτά τα μέσα;

Μέχρι το 2024, οι ΗΠΑ διέθεταν 31 μόνιμες βάσεις και 19 ακόμη στρατιωτικές εγκαταστάσεις σε όλη την Ευρώπη, στο πλαίσιο της Διοίκησης Ευρώπης των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας, σε αυτές υπηρετούσαν τουλάχιστον 67.500 εν ενεργεία στρατιωτικοί, με τη συντριπτική πλειονότητα να βρίσκεται στη Γερμανία, την Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η μεγαλύτερη βάση του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, στο Ράμσταϊν της Γερμανίας, καθώς και οι αεροπορικές βάσεις Λέικενχιθ και Μίλντενχολ στο Ηνωμένο Βασίλειο, που φιλοξενούν συνολικά περίπου 3.000 στρατιωτικούς. Η αεροπορική βάση Αβιάνο στην Ιταλία υποστηρίζει τη μοναδική πτέρυγα μαχητικών των ΗΠΑ νότια των Άλπεων και θεωρείται «κομβικό κέντρο αεροπορικής ισχύος του ΝΑΤΟ», σύμφωνα με το Κέντρο Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ανάλυσης.

Ο Μπεν Χότζες, πρώην διοικητής των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη, δήλωσε ότι οι βάσεις αυτές είναι «απολύτως κρίσιμες για την επιχειρησιακή ετοιμότητα και τη δυνατότητα παγκόσμιας στρατηγικής προβολής ισχύος των ΗΠΑ».

Η αναγκαστική εγκατάλειψη αυτών των εγκαταστάσεων θα είχε «καταστροφικές» συνέπειες για τις αμερικανικές επιχειρήσεις, σημείωσε, με το Ράμσταϊν να λειτουργεί ως βασικό σημείο εκκίνησης αποστολών στη Μέση Ανατολή και την Αφρική.

Αυτό όμως δεν είναι το μοναδικό χαρτί της Ευρώπης. Η Ουάσινγκτον θα έχανε επίσης περίπου το «ήμισυ» των δυνατοτήτων ανταλλαγής πληροφοριών σε περίπτωση ρήξης, σύμφωνα με τον Χότζες, ενώ η ήπειρος θα μπορούσε να απειλήσει και με διακοπή αγορών αμερικανικών όπλων. Μόνο το 2024, η Ευρώπη ενέκρινε διακρατικά συμβόλαια ύψους 76 δισ. δολαρίων — πάνω από το μισό του παγκόσμιου συνόλου των ΗΠΑ.

«Η Ευρώπη μπορεί να σώσει το ΝΑΤΟ και τη διατλαντική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αν σταθεί απέναντί τους και δεν λειτουργεί απλώς ως πρόθυμος κομπάρσος», υποστήριξε ο Χότζες.

Όταν ο Τραμπ βομβάρδισε το Ιράν τον Ιούνιο του περασμένου έτους, οι Αμερικανοί στρατιωτικοί σχεδιαστές ανέμεναν πολύ μεγαλύτερη αντίσταση και ζήτησαν αεροπορική υποστήριξη από Ευρωπαίους συμμάχους, μεταξύ άλλων μέσω της βάσης του ΝΑΤΟ κοντά στη ρουμανική ακτή της Μαύρης Θάλασσας. Μόλις την περασμένη εβδομάδα, αμερικανικές δυνάμεις χρησιμοποίησαν βρετανικές βάσεις για επιχείρηση κατάληψης δεξαμενόπλοιου «σκιώδους στόλου» με ρωσική σημαία στον Βόρειο Ατλαντικό.

Ευρωπαίοι αξιωματούχοι επικαλούνται αυτά τα παραδείγματα ως απόδειξη ότι ο Τραμπ εξακολουθεί να χρειάζεται τις στρατιωτικές υποδομές της Ευρώπης.

Από υλικοτεχνική άποψη, το κλείσιμο αμερικανικών βάσεων θα συνεπαγόταν «τεράστιες προκλήσεις», σύμφωνα με τον Τζέφρι Κορν, διευθυντή του Κέντρου Στρατιωτικού Δικαίου και Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Texas Tech, όπως η διαχείριση αποχωρήσεων στρατευμάτων και νομικών αξιώσεων για την αξία του στρατιωτικού εξοπλισμού. Νομικά, ωστόσο, «πρόκειται καθαρά για ζήτημα εθνικού δικαίου» για τις ευρωπαϊκές χώρες που θα επέλεγαν να τερματίσουν την αμερικανική παρουσία. «Είναι δικό τους δικαίωμα», τόνισε.

Παρά τον συναγερμό για τα σχέδια του Τραμπ σχετικά με τη Γροιλανδία, το ζήτημα δεν αποτελεί την ύψιστη προτεραιότητα ασφάλειας για την ΕΕ ή το Ηνωμένο Βασίλειο. Αν και χώρες όπως η Γερμανία, η Σουηδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία έχουν δεσμευθεί να στείλουν στρατιωτικό προσωπικό στο νησί ως ένδειξη στήριξης, άλλοι φοβούνται ότι η διαμάχη αποσπά επικίνδυνα την προσοχή από τον βασικό στόχο: την υπεράσπιση της Ουκρανίας απέναντι στη Ρωσία.

Χωρίς αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας, παραδέχονται οι διπλωμάτες, θα είναι αδύνατο να αποτραπεί μια νέα επίθεση του Βλαντίμιρ Πούτιν κατά της Ουκρανίας. Έτσι, η κατευναστική στάση απέναντι στον Τραμπ θεωρείται προς το παρόν αναγκαία, ακόμη κι αν η συμμαχία δεν πρόκειται να αντέξει για πάντα.

«Η διατλαντική σχέση αλλάζει», δήλωσε αξιωματούχος χώρας της ΕΕ. «Δεν πρόκειται να επιστρέψει στο παρελθόν».

Πηγή: Politico

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ