ΑρχικήΜε ΆποψηΤο σχολείο οφείλει να είναι χώρος ασφάλειας, εμπιστοσύνης και δημοκρατίας

Το σχολείο οφείλει να είναι χώρος ασφάλειας, εμπιστοσύνης και δημοκρατίας

✍️ Η Σοφία Πουλοπούλου, Πολιτεύτρια Ά Αθήνας, Αναπληρώτρια Γραμματέας Ειδικής Αγωγής Τομέα Παιδείας ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Η 6η Μαρτίου, Πανελλήνια Ημέρα κατά της Σχολικής Βίας και του Εκφοβισμού, είναι μια ημέρα ευθύνης για την Πολιτεία, την εκπαιδευτική κοινότητα, την οικογένεια και συνολικά την κοινωνία. Αποτελεί υπενθύμιση μιας βαθιάς θεσμικής, κοινωνικής και παιδαγωγικής υποχρέωσης: να διασφαλίσουμε ότι το σχολείο θα είναι χώρος ασφάλειας, αξιοπρέπειας, ένταξης και δημοκρατικής συνύπαρξης για κάθε παιδί.

Ο σχολικός εκφοβισμός δεν είναι ένα «συνηθισμένο επεισόδιο» της μαθητικής ζωής. Είναι μορφή βίας, λεκτικής, ψυχολογικής, σωματικής, κοινωνικής και, πλέον, ψηφιακής, που παράγει φόβο, σιωπή, απομόνωση και τραύμα. Όταν ένα παιδί πηγαίνει στο σχολείο με άγχος, όταν σωπαίνει από φόβο, όταν αισθάνεται ότι δεν προστατεύεται, τότε η εκπαιδευτική διαδικασία έχει ήδη πληγεί στον πυρήνα της.

Η απάντηση σε αυτό το φαινόμενο δεν μπορεί να είναι επιφανειακή, αποσπασματική ή μόνο κατασταλτική. Η θέση του ΠΑΣΟΚ είναι πάγια. Η αντιμετώπιση της σχολικής και νεανικής βίας απαιτεί ουσιαστική πρόληψη, έγκαιρη παρέμβαση, ενίσχυση της ψυχικής υγείας και σταθερές δομές υποστήριξης μέσα στη σχολική κοινότητα. Στην ίδια λογική, έχει ασκηθεί κριτική σε πολιτικές που περιορίζονται κυρίως στην καταγραφή περιστατικών, χωρίς να εξασφαλίζουν αποτελεσματική και άμεση παρέμβαση εκεί όπου το πρόβλημα πραγματικά εκδηλώνεται, δηλαδή στη σχολική μονάδα.

Από παιδαγωγική άποψη, το μείζον δεν είναι μόνο να «τιμωρείται» το περιστατικό, αλλά να προλαμβάνεται το έδαφος που το γεννά. Γιατί η βία δεν εμφανίζεται ξαφνικά, ούτε γεννιέται αποκλειστικά μέσα στους τοίχους του σχολείου. Για το ΠΑΣΟΚ το πρόβλημα είναι ξεκάθαρα εστιασμένο. Σε πολλές περιπτώσεις, η βία στα σχολεία είναι εισαγόμενη ή ενισχυόμενη από εξωσχολικά περιβάλλοντα και από το περιβάλλον της γειτονιάς. Καταλυτική ωστόσο, είναι και η επιρροή του οικογενειακού περιβάλλοντος στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς των παιδιών και εκεί ακριβώς εντοπίζεται το σοβαρό κενό κάθε πολιτικής, που δεν εμπλέκει ουσιαστικά την οικογένεια ως ενεργό παράγοντα πρόληψης και αντιμετώπισης.

Αυτό είναι εξαιρετικά κρίσιμο. Διότι η βία συχνά μαθαίνεται πριν ακόμη εκδηλωθεί. Μαθαίνεται μέσα από πρότυπα επιβολής, απαξίωσης, σκληρότητας, σιωπής ή φόβου. Ενισχύεται όταν το παιδί μεγαλώνει σε περιβάλλον όπου η ένταση, η λεκτική κακοποίηση, η υποτίμηση ή η συναισθηματική εγκατάλειψη θεωρούνται σχεδόν φυσιολογικές συνθήκες. Ενισχύεται επίσης από τοξικά πρότυπα που αναπαράγονται στη γειτονιά, στις παρέες, στα ψηφιακά δίκτυα, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε έναν δημόσιο λόγο που πολύ συχνά κανονικοποιεί την επιθετικότητα. Όταν η κοινωνία εξοικειώνεται με τη βία, το σχολείο δεν μπορεί να μένει ανεπηρέαστο.

Γι’ αυτό και μια σοβαρή πολιτική κατά του bullying δεν μπορεί να είναι μονοθεματική. Οφείλει να είναι πολυεπίπεδη. Χρειάζεται παιδαγωγική καλλιέργεια της ενσυναίσθησης, εκπαίδευση στη διαχείριση συγκρούσεων, ενεργό συμμετοχή των μαθητών, εμπιστοσύνη ανάμεσα σε εκπαιδευτικούς και παιδιά, συνεργασία με τους γονείς και σταθερή παρουσία ειδικών επιστημόνων. Το ΠΑΣΟΚ έχει τονίσει ότι η σταθερή παρουσία εξειδικευμένων επιστημόνων, ψυχολόγων κοινωνικών λειτουργών και συμβούλων, σε επίπεδο σχολικής μονάδας, είναι απολύτως αναγκαία, ενώ έχει επισημάνει ότι οι σύντομες επιμορφώσεις των εκπαιδευτικών δεν αρκούν για να υποκαταστήσουν τη συστηματική επιστημονική υποστήριξη.

Η θέση αυτή δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι ο πυρήνας μιας διαφορετικής εκπαιδευτικής φιλοσοφίας. Γιατί χωρίς σχολικό ψυχολόγο, χωρίς κοινωνικό λειτουργό, χωρίς στενή παρακολούθηση του κλίματος της τάξης και χωρίς δυνατότητα άμεσης παρέμβασης, η σχολική κοινότητα μένει ουσιαστικά μόνη απέναντι σε σύνθετα περιστατικά που ξεπερνούν τις δυνατότητες διαχείρισης του εκπαιδευτικού προσωπικού. Και τότε το βάρος μετατίθεται στους ίδιους τους εκπαιδευτικούς, χωρίς τα αναγκαία μέσα, χωρίς χρόνο, χωρίς συστηματική στήριξη. Αυτή ακριβώς η μετακύλιση ευθύνης προς το σχολείο, χωρίς επαρκή εργαλεία, αποτελεί για το ΠΑΣΟΚ, το βασικό πρόβλημα.

Η αντιμετώπιση της σχολικής βίας συνδέεται, τελικά, με το συνολικό ερώτημα «τι σχολείο θέλουμε». Θέλουμε ένα σχολείο που απλώς διαχειρίζεται κρίσεις ή ένα σχολείο που μορφώνει και διαμορφώνει δημοκρατικούς πολίτες; Θέλουμε μια εκπαιδευτική κοινότητα που καταγράφει τον φόβο ή μια κοινότητα που τον προλαμβάνει; Θέλουμε παιδιά που μαθαίνουν να ασκούν βία ή να σιωπούν μπροστά σε αυτή ή παιδιά που μαθαίνουν να μιλούν, να σέβονται, να υπερασπίζονται τον αδύναμο και να αναγνωρίζουν ότι η διαφορετικότητα δεν είναι απειλή αλλά πλούτος;

Η σημερινή ημέρα, λοιπόν, δεν πρέπει να εξαντλείται σε ευχολόγια. Πρέπει να λειτουργεί ως αφορμή για μια σταθερή δέσμευση: κανένα παιδί μόνο του απέναντι στον φόβο, κανένας εκπαιδευτικός χωρίς στήριξη, κανένα σχολείο χωρίς τα αναγκαία εργαλεία πρόληψης και παρέμβασης.

Για το ΠΑΣΟΚ, η απάντηση στη σχολική βία περνά μέσα από ένα ισχυρό δημόσιο και συμπεριληπτικό σχολείο, με έμφαση στην πρόληψη, στη μείωση των ανισοτήτων, στην ψυχική υγεία, στη στήριξη της οικογένειας και στην ουσιαστική παρουσία ειδικών επιστημόνων μέσα στη σχολική κοινότητα. Αυτή είναι η βάση μιας σοβαρής, θεσμικής και παιδαγωγικά τεκμηριωμένης πολιτικής.

Γιατί το σχολείο δεν είναι απλώς ένας χώρος μάθησης. Είναι ο πρώτος χώρος δημοκρατίας που γνωρίζει το παιδί. Και η δημοκρατία δεν μπορεί να συνυπάρχει με τη βία και τον φόβο.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ