ΑρχικήΟικονομίαΧρηματιστήριο Αθηνών: Πως οι αγορές «κήρυξαν» το τέλος του πολέμου

Χρηματιστήριο Αθηνών: Πως οι αγορές «κήρυξαν» το τέλος του πολέμου

Νέα ιστορικά υψηλά κατέγραψε ο παγκόσμιος δείκτης αναφοράς S&P 500 πριν ακόμη τελειώσει ο πόλεμος και οι αγορές έχουν κάνει ισχυρό rebound από τα χαμηλά τους μετά την έναρξη του πολέμου.

Τα περισσότερα γεωπολιτικά σοκ τα τελευταία χρόνια δεν είχαν μακροχρόνιο αντίκτυπο στα χρηματιστήρια. Ενώ τέτοια γεγονότα προκαλούν άμεση, έντονη μεταβλητότητα, οι αγορές τείνουν να ανακάμπτουν σχετικά γρήγορα, συχνά πριν τελειώσουν οι ίδιες οι συγκρούσεις.

Τα γεωπολιτικά γεγονότα δημιουργούν sell-off βραχυπρόθεσμα, αλλά σπάνια αλλάζουν τη μακροπρόθεσμη τάση των αγορών.

Μελέτες δείχνουν ότι σε πάνω από 18 σημαντικές «πράξεις πολέμου» από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έως το 2022, ο S&P 500, ο παγκόσμιος δείκτης αναφοράς, σημείωσε μέση πτώση 6,2%, αλλά κατά κανόνα ανέκαμπτε μέσα σε 30 εργάσιμες ημέρες.

Πολλές φορές «οι αγορές αναρριχώνται στο τείχος της ανασφάλειας» (stock market climbs a wall of worry), μια κλασική χρηματιστηριακή ρήση, η οποία έχει επιβεβαιωθεί αρκετές φορές στο παρελθόν και επιβεβαιώθηκε και αυτή την περίοδο.

Η χρηματιστηριακή ιστορία δείχνει ότι οι αγορές τείνουν να προεξοφλούν την αβεβαιότητα πριν το γεγονός και να ανακάμπτουν πριν τελειώσουν οι συγκρούσεις.

Κάτι τέτοιο επισημαίνει και η Goldman Sachs: Τα περισσότερα γεωπολιτικά σοκ τα τελευταία χρόνια δεν είχαν μακροχρόνιο αντίκτυπο στα χρηματιστήρια. Η διόρθωση θα αποτελέσει αγοραστική ευκαιρία με σχετικά χαμηλό κίνδυνο.

Σύμφωνα με τη χρηματιστηριακή ιστορία, σε τέτοιες περιόδους οι μετοχικοί δείκτες «βλέπουν» τα χαμηλά τους όταν οι τιμές του πετρελαίου καταγράφουν τα υψηλά τους.

Τη Δευτέρα 9 Μαρτίου η τιμή του brent έκανε άλμα κοντά στα 120 δολ., έστω και για μικρό χρονικό διάστημα. Την ίδια ημέρα ο Γενικός δείκτης Τιμών σημείωσε ενδοσυνεδριακό χαμηλό στις 2.036 μονάδες για να κλείσει στις 2.102 μονάδες.

Στα τέλη Μαρτίου η τιμή του πετρελαίου προσέγγισε και πάλι τα 120 δολ. και η εγχώρια αγορά κατέγραψε νέα χαμηλά στις 2.006,93 μονάδες.

Από αυτά τα επίπεδα η αγορά (με βάση το κλείσιμο της Πέμπτης 16/4) έχει ανακάμψει κατά 13,36%, ενώ η συνολική κεφαλαιοποίηση της χρηματιστηριακής αγοράς έχει αυξηθεί κατά 22,63 δισ. ευρώ. Ο τραπεζικός δείκτης από τα χαμηλά κερδίζει 20,05%, ο δείκτης της υψηλής κεφαλαιοποίησης κερδίζει 13,91% και ο δείκτης της μεσαίας κεφαλαιοποίησης σημειώνει άνοδο 11,74%.

Από αυτά τα επίπεδα η αγορά (με βάση το κλείσιμο της Πέμπτης 16/4) έχει ανακάμψει κατά 13,36%, ενώ η συνολική κεφαλαιοποίηση της χρηματιστηριακής αγοράς έχει αυξηθεί κατά 22,63 δισ. ευρώ. Ο τραπεζικός δείκτης από τα χαμηλά κερδίζει 20,05%, ο δείκτης της υψηλής κεφαλαιοποίησης κερδίζει 13,91% και ο δείκτης της μεσαίας κεφαλαιοποίησης σημειώνει άνοδο 11,74%.

Οι τράπεζες

Σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, ακόμη και στις πιο αρνητικές περιόδους, οι ξένοι επενδυτικοί οίκοι «ψήφιζαν» ελληνικές τράπεζες, εκτιμώντας ότι η πτώση των μετοχών τους αποτελούσε ευκαιρία εισόδου.

«Αγοραστές» των μετοχών των τεσσάρων ελληνικών συστημικών τραπεζών δηλώνουν η UBS και η HSBC, εκτιμώντας πως παρά το ριμπάουντ που έχουν σημειώσει από τη βουτιά που κατέγραψαν λόγω των αναταραχών που προκάλεσε ο πόλεμος, οι αποτιμήσεις τους παραμένουν ελκυστικές.

Παρά το διεθνές περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας λόγω του πολέμου, η Deutsche Bank διατηρεί θετική στάση για τις ελληνικές τράπεζες και αναβαθμίζει τις τιμές στόχους των τραπεζικών μετοχών, υπογραμμίζοντας ότι οι προοπτικές παραμένουν ισχυρές.

Οι αποτιμήσεις εξακολουθούν να κρίνονται ελκυστικές. Οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται στις 6,5 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2027, όταν οι ευρωπαϊκές κινούνται κοντά στις 8 φορές

Σε ισχυρή θέση οι ελληνικές τράπεζες με ανθεκτική πιστωτική ζήτηση και αυξημένη κεφαλαιακή ευελιξία, εκτιμά η Goldman Sachs.

Υπογραμμίζει ότι το οικονομικό περιβάλλον στην Ελλάδα παραμένει υποστηρικτικό για τον τραπεζικό κλάδο, με σταθερή ανάπτυξη που ενισχύει την ισχυρή ζήτηση για επιχειρηματικά δάνεια, ενώ η ποιότητα των χαρτοφυλακίων παραμένει ανθεκτική. Η Ελλάδα εμφανίζει χαμηλότερη έκθεση σε ενεργειακά σοκ συγκριτικά με άλλες χώρες της Ευρωζώνης.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ