Την εκτίμηση ότι η πολιτική επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα δημιουργεί νέα δυναμική στον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς εξέφρασε η Έφη Αχτσιόγλου, υποστηρίζοντας ότι ένας πρώην πρωθυπουργός που επιστρέφει ενεργά στην πολιτική σκηνή δεν μπορεί παρά να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο.
Μιλώντας στον ΣΚΑΪ, η πρώην υπουργός τόνισε πως, ανεξάρτητα από τη γνώμη που μπορεί να έχει κάποιος για τον Αλέξη Τσίπρα, η επανενεργοποίησή του προκαλεί πολιτικές διεργασίες και κινητοποιεί δυνάμεις στον προοδευτικό χώρο.
«Όταν ένας πρώην πρωθυπουργός επιστρέφει στο προσκήνιο, είναι λογικό να δημιουργείται πολιτική δυναμική και ενδιαφέρον. Πρόκειται για μια εξέλιξη με αντικειμενικό πολιτικό βάρος», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η κ. Αχτσιόγλου υπογράμμισε ότι το βασικό ζητούμενο σήμερα είναι η διαμόρφωση ενός ισχυρού προοδευτικού πόλου με κυβερνητική προοπτική, ικανού να αμφισβητήσει την κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας. Όπως σημείωσε, απαιτείται μια πολιτική πρόταση που θα συνδυάζει προγραμματική αντιπαράθεση με την κυβέρνηση και δυνατότητα διακυβέρνησης.
Αναφερόμενη στο νέο εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα, σημείωσε ότι οι μέχρι στιγμής εξαγγελίες κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση, καθώς θέτουν στο επίκεντρο την κυβερνητική προοπτική και την ανάγκη διαμόρφωσης ενός εναλλακτικού προοδευτικού σχεδίου.
Παράλληλα, εξήγησε τους λόγους της αποχώρησής της από τη Νέα Αριστερά, κάνοντας λόγο για βαθιά στρατηγική διαφωνία με την ηγεσία του κόμματος. Όπως είπε, η ίδια θεωρεί προτεραιότητα τη δημιουργία ευρύτερων κοινωνικών και πολιτικών συσπειρώσεων με στόχο την κυβερνητική αλλαγή, ενώ η Νέα Αριστερά δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη διατήρηση της πολιτικής ταυτότητας της ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Η πρώην υπουργός ξεκαθάρισε επίσης ότι δεν έχει υπάρξει επικοινωνία με τον Αλέξη Τσίπρα εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα, διαψεύδοντας παράλληλα τα σενάρια που τη θέλουν να είχε ζητήσει την αποχώρησή του από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ το 2023.
Τέλος, υπερασπίστηκε το κυβερνητικό έργο της περιόδου 2015-2019, υποστηρίζοντας ότι παρά τις δυσκολίες της εποχής καταγράφηκαν σημαντικές κοινωνικές βελτιώσεις, όπως η μείωση της φτώχειας και των ανισοτήτων, η ενίσχυση των μισθών και η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. «Ήταν μια διακυβέρνηση που άφησε θετικό αποτύπωμα και αυτό αποτυπώνεται σε μετρήσιμα στοιχεία», ανέφερε.

