Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης απαντώντας σε ερώτηση για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο και τις διαπραγματεύσεις των ευρωπαίων ηγετών, δήλωσε πως αυτές είναι πάντα εξαιρετικά σύνθετες και συνήθως ξεκινάνε από σημαντικές αποκλίσεις.
«Νομίζω όμως ότι κατέστη απολύτως σαφές και από τη συζήτηση που είχαμε, ότι η κοινή αγροτική πολιτική και η πολιτική συνοχής πρέπει να προστατευθεί τουλάχιστον στα ποσά τα οποία προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα οποία θεωρώ ότι είναι ικανοποιητικά για τη χώρα μας», σημείωσε. Ο πρωθυπουργός τόνισε πως «δεν είμαστε σε θέση να κάνουμε εκπτώσεις ως προς τον τομέα αυτό» και σημείωσε πως τουλάχιστον άλλες 15 χώρες συντάσσονται με αυτήν την άποψη.
«Από κει και πέρα θα χρειαστεί να γίνουν κάποιοι συμβιβασμοί. Οι ίδιοι πόροι οι οποίοι αποτελούν σημαντικό συμπληρωματικό στοιχείο του προϋπολογισμού είναι σημαντικοί αλλά και αυτοί για να συμφωνηθούν θα πρέπει να είμαστε απολύτως σίγουροι ότι δεν επιβαρύνουν δυσανάλογα τις λιγότερο πλούσιες χώρες όπως την πατρίδα μας. ‘Αρα έχουμε ακόμα μία δύσκολη διαπραγμάτευση μπροστά μας, δεν είμαι σε θέση να σας πω εάν θα κλείσει αυτή η διαπραγμάτευση τον Δεκέμβριο. Η ευχή μου θα ήταν να κλείσει πριν το τέλος του έτους για τον απλούστατο λόγο ότι το πρώτο εξάμηνο του 2027 θα είναι ένα εξάμηνο εξαιρετικά δύσκολο στο επίπεδο των πολιτικών εξελίξεων, ο πρόεδρος Μακρόν κατέστησε απολύτως σαφές ότι δεν θα είναι σε θέση, καθώς τελειώνει η θητεία του, να δεσμεύσει τη Γαλλία σε οποιαδήποτε συμφωνία εάν δεν υπάρχει συμφωνία τον Δεκέμβριο. Οπότε νομίζω ότι όλοι πια έχουμε μια αίσθηση κατεπείγοντος και ελπίζω ότι θα συμφωνήσουμε έστω κι αν χρειαστεί να έχουμε πολλά πουκάμισα μαζί μας και να παραμείνουμε στις Βρυξέλλες για όσες μέρες χρειάζεται για να πετύχουμε μία συμφωνία που θα είναι ικανοποιητική για όλους», συμπλήρωσε.
Για την απόφαση της συνόδου να ζητήσει από την Κομισιόν να εξετάσει πρόσθετα μέτρα στήριξης, ο κ. Μητσοτάκης σημείωσε τα εξής: «Η ελληνική κυβέρνηση, ακριβώς επειδή η οικονομία πηγαίνει καλά και επειδή μπορούμε να παράγουμε σημαντικά πλεονάσματα ήταν και είναι σε θέση να στηρίξει την ελληνική κοινωνία με μέτρα που ξεπερνούν το 1,5 δισ. ευρώ. ‘Αλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν έχουν αυτή την πολυτέλεια, πολύ απλά διότι βρίσκονται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος και είναι πολύ πιο στρυμωγμένες δημοσιονομικά. ‘Αρα η στήριξη την οποία παρέχουμε στις Ελληνίδες και στους Έλληνες δεν είναι καθόλου αμελητέα. Δεν πρέπει να προσπερνιέται έτσι εύκολα και αναφέρω ενδεικτικό παράδειγμα το πετρέλαιο θέρμανσης, το οποίο τελικά ανοίγει σε τιμές που είναι από τις χαμηλότερες τιμές στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Γιατί ακριβώς προτεραιοποιήσαμε την ανάγκη των συμπολιτών μας να μπορούν να θερμαίνουν τα σπίτια τους εν όψει του επερχόμενου χειμώνα. Από εκεί και πέρα, δεν περιμένω ότι θα βγουν λαγοί από το καπέλο ή ότι υπάρχουν μαγικές ευρωπαϊκές λύσεις για να μπορέσουμε οριζόντια να μειώσουμε φόρους και να γίνει κάποια τεράστιας έκτασης παρέμβαση.
Αυτό το οποίο ζητάμε και το ακούει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή , είναι περαιτέρω δημοσιονομική ευελιξία για στοχευμένα και προσωρινά, το τονίζω, στοχευμένα και προσωρινά μέτρα, τα οποία θα μας επιτρέψουν στο οπλοστάσιο το οποίο έχουμε ήδη ανακοινώσει, να προσθέσουμε κάποια ακόμα μέτρα, τα οποία όμως θα έχουν ακριβώς αυτό το χαρακτήρα. Το ακούει θετικά αυτό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αναμένουμε τις προτάσεις της, αλλά σε κάθε περίπτωση εγώ θέλω να διαβεβαιώσω τις Ελληνίδες και τους Έλληνες ότι η κυβέρνηση κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της στα πλαίσια των δημοσιονομικών περιορισμών που έχουμε – δεν τους έχουμε εμείς, όλες οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν – να αντιμετωπίσουμε ένα πρόβλημα το οποίο είναι παγκόσμιο. Θα το ξαναπώ, είναι παγκόσμιο, είναι προϊόν δύο πολέμων. Ζούμε σε καιρούς οι οποίοι είναι εξαιρετικά ταραγμένοι. Δεν μιλάμε για κανονικές συνθήκες. Θα συνεχίσουμε λοιπόν αυτή την πολιτική. Θέλω να θυμίσω ότι τα μέτρα τα οποία έχουμε ήδη ψηφίσει θα εκδηλώνονται και θα υλοποιούνται στους επόμενους μήνες. Δεν έχουμε σταματήσει. Στο τέλος του Νοεμβρίου, για παράδειγμα, θα επιστρέψουμε ένα ενοίκιο σε όλους τους συμπολίτες μας, οι οποίοι νοικιάζουν κύρια κατοικία έως του ποσού των οχτακοσίων ευρώ. Στη συνέχεια έρχονται αυξήσεις στους μισθούς, αυξήσεις στις συντάξεις, περαιτέρω μειώσεις φόρων. ‘Αρα η στήριξη της κοινωνίας δεν σταματά σε αυτά τα οποία έχουμε εξαγγείλει. Ουσιαστικά σχετίζεται με όλο το πλαίσιο των παρεμβάσεων που ανακοίνωσα στη Θεσσαλονίκη και που η κυβέρνηση αυτή υλοποιεί μέχρι κεραίας. Διότι η διαφορά η δικιά μας από τα υπόλοιπα κόμματα είναι ότι εμείς αυτά τα οποία ανακοινώνουμε τα νομοθετούμε και τα υλοποιούμε».
Σε επόμενη ερώτηση για την πράσινη μετάβαση και που τοποθετείται η ισορροπία ανάμεσα στους κλιματικούς στόχους, στην ανταγωνιστικότητα και τελικά στο ίδιο το κόστος που επωμίζονται νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ο Πρωθυπουργός επισήμανε τα εξής: «Η επιλογή της χώρας να προσθέτει ολοένα και περισσότερες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στο μείγμα παραγωγής ηλεκτρισμού είναι μια επιλογή η οποία οδηγεί σε χαμηλότερες τιμές ρεύματος. Όταν φυσάει και έχει ήλιο, έχουμε χαμηλότερη χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας από ό,τι όταν έχει συννεφιά και δεν φυσάει. ‘Αρα η πολιτική αυτή είναι μια πολιτική την οποία η κυβέρνησή μας θα την ενισχύσει. Θα προσθέσει στο μείγμα και περισσότερες επενδύσεις σε αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας. Βρέθηκα λίγο πριν έρθω στις Βρυξέλλες σε μια πολύ μεγάλη επένδυση μπαταριών, η οποία ολοκληρώθηκε στη Θεσσαλία και θα συμπληρώνουμε το μείγμα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με φυσικό αέριο, το οποίο ελπίζουμε να μπορούμε να χρησιμοποιούμε ολοένα και λιγότερο. ‘Αρα αυτή η κατεύθυνση είναι μια κατεύθυνση η οποία είναι δεδομένη και στην οποία πρέπει να κινηθούμε με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα.
Από κει και πέρα όμως, όσον αφορά ειδικά τη βιομηχανία μας, είναι σαφές ότι δεν πρέπει να επιβάλλουμε ένα πρόσθετο κόστος εξαιρετικά γρήγορης απανθρακοποίησης σε κλάδους της οικονομίας μας, οι οποίοι δεν έχουν ακόμα τις τεχνικές λύσεις για να μπορέσουν να πετύχουν αυτή την απανθρακοποίηση. Αυτή, όπως ξέρετε, είναι μια πολύ τεχνική συζήτηση, αλλά θα επαναλάβω σε τίτλο αυτό το οποίο έχω πει και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Η πράσινη μετάβαση πρέπει να συνδυάζεται με τη στήριξη της παραγωγικής Ευρώπης και όχι μόνος της παραγωγικής Ελλάδος. Είναι ένα ζήτημα το οποίο αφορά όλη την Ευρώπη και νομίζω ότι σε αυτή την κατεύθυνση και σε αυτή τη λογική βρίσκονται πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες».
Ο Πρωθυπουργός ρωτήθηκε και για το μεταναστευτικό και όσα συζητήθηκαν και αποφασίστηκαν σε αυτή τη σύνοδο κορυφής. Ο κ. Μητσοτάκης ανέφερε τα εξής: «Βλέπετε ότι τα «γαλάζια γράμματα» αρκετά συχνά έχουν σημαντική ανταπόκριση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Έστειλα πράγματι αυτή την επιστολή. Υπήρξε καθολική αναγνώριση από όλες τις χώρες του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ότι πρέπει να κινηθούμε σε αυτή την κατεύθυνση. Αυτό είπε και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και αναμένουμε πολύ σύντομα τις νομοθετικές της προτάσεις.
Είναι μία ακόμα ελληνική πρωτοβουλία, η οποία γίνεται ευρωπαϊκή πολιτική και προφανώς για μια χώρα η οποία βρίσκεται στα εξωτερικά σύνορα. Αυτή η συμπλήρωση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας είναι εξαιρετικά χρήσιμη, διότι αν νομίζατε ότι βρισκόμασταν αντιμέτωποι πάλι με μία, με ένα περιστατικό όπως αυτό του Έβρου ή της Θέουτα, θα είχαμε ένα ευρωπαϊκό οπλοστάσιο για να μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε πολύ αποτελεσματικά. Εμείς πάλι το ίδιο θα κάναμε και θα κάνουμε, γιατί χρέος μας είναι να προστατεύσουμε τα σύνορά μας. Είναι άλλο να το κάνεις όμως ως εθνική προτεραιότητα και ως εθνική πολιτική και άλλο να είσαι θωρακισμένος με την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Θεωρώ ότι είναι μια πολύ μεγάλη επιτυχία της χώρας και η οποία νομίζω ότι έρχεται και προστίθεται σε μια αλυσίδα αλλαγής της ευρωπαϊκής πολιτικής στο μεταναστευτικό, με ολοένα και μεγαλύτερη έμφαση στην προστασία των εξωτερικών συνόρων. Είναι κάτι για το οποίο αγωνίζομαι εδώ και εφτά χρόνια και είμαι πολύ ικανοποιημένος γιατί συνολικά η Ευρώπη στο ζήτημα του μεταναστευτικού έχει αλλάξει την πολιτική της. Έχουμε ακόμα πολλά βήματα να κάνουμε. Είχαμε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση. Δεν έχει λυθεί το θέμα, αλλά είναι βέβαιο ότι κινούμαστε επιτέλους στη σωστή κατεύθυνση».
Ερωτηθείς για τις ανισότητες στην ενιαία αγορά ενέργειας και πώς θα αποτραπεί το ενδεχόμενο οι χώρες που έχουν μεγαλύτερη οικονομική ισχύ να επιδοτούν περισσότερο τις δικές τους επιχειρήσεις, ο κ. Μητσοτάκης απάντησε ως εξής:
«Μόνο που αυτή τη στιγμή η Ελλάδα ανήκει στην κατηγορία εκείνων των χωρών που έχει δημοσιονομικό χώρο για να μπορεί να στηρίζει επιχειρήσεις αλλά και τα ελληνικά νοικοκυριά. Θέλω να θυμίσω ότι πριν από δέκα μέρες ανακοίνωσα μια πρόσθετη στήριξη της ελληνικής βιομηχανίας με 95 ακόμα εκατομμύρια. Κάτι πολύ σημαντικό για την παραγωγική Ελλάδα και το οποίο δίνει μια ακόμα ανάσα στους Έλληνες παραγωγούς. Το ζήτημα εδώ λοιπόν είναι αρκετά τεχνικό και έχει να κάνει με τη δυνατότητά μας να έχουμε δημοσιονομική ευελιξία μέσα στα πλαίσια που η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θέσει. Αν καταφέρουμε να την κερδίσουμε αυτήν, δεν θα αλλάξει τίποτα στα πλεονάσματά μας. Τα ίδια θα είναι πάλι, απλά λογιστικά θα τα αποτυπώσουμε με διαφορετικό τρόπο για να μπορέσουμε να προσθέσουμε στη φαρέτρα μας, όπως είπα, στοχευμένα μέτρα. Για παράδειγμα, θα μας απασχολήσει το επόμενο διάστημα το τι θα κάνουμε την ελληνική ακτοπλοΐα. Είναι κάτι που είναι πολύ σημαντικό για την Ελλάδα, για την νησιωτικότητά μας. Έχουμε καταφέρει να κρατήσουμε σταθερά τα εισιτήρια μέχρι και τον μήνα Οκτώβριο. Θέλω να είμαι σίγουρος ότι δεν θα επιβαρυνθούν οι νησιώτες μας με αυξήσεις στα εισιτήρια ως αποτέλεσμα του κόστους, του αυξημένου κόστους του ντίζελ που χρησιμοποιούν τα καράβια μας. Είναι ένα μόνο παράδειγμα των ενδεχόμενων μελλοντικών πρωτοβουλιών που θα κληθούμε να αναλάβουμε και προφανώς αν έχουμε τη δυνατότητα από την Ευρώπη να έχουμε αυτή την ευελιξία, τόσο το καλύτερο».
Ο Πρωθυπουργός ρωτήθηκε επίσης πως θα κινηθούμε ενόψει του δύσκολου χειμώνα στην περίπτωση που σε 15 ημέρες δεν έχει παρουσιάσει προτάσεις η Κομισιόν για την ενεργειακή κρίση αλλά και πώς απαντά στην κριτική της αντιπολίτευσης ότι η κυβέρνηση κινήθηκε «too little, too late».
Ο κ. Μητσοτάκης απάντησε ως εξής: «Έτσι το είπαν, στα αγγλικά; Καλά κάνουν. Ίσως επειδή είμαστε στο εξωτερικό τώρα να θέλουν να προπονούνται και στην αγγλική. Κοιτάξτε, να δείτε. Προφανώς κρατάμε εφεδρείες για να μπορέσουμε να βγάλουμε πέρα όλο το χειμώνα. Είναι σαφές αυτό. Τα μέτρα ανακοινώνονται κάθε δεκαπενθήμερο, γιατί δεν μπορούμε να ξέρουμε ποιες θα είναι οι πραγματικές ανάγκες σε σχέση με τις τιμές και του πετρελαίου αλλά και των προϊόντων. Από κει και πέρα τώρα για την αντιπολίτευση, τι να πω; Θα περιμένατε να πει κάτι διαφορετικό; Μάλλον όχι. Νομίζω όμως ότι εδώ πρέπει να σταθούμε στις πραγματικές δυνατότητες. Νομίζω στο πετρέλαιο θέρμανσης κάναμε πραγματικά το καλύτερο, το οποίο μπορούσαμε. Ξεπεράσαμε θα έλεγα και τις προσδοκίες κάποιων που ενδεχομένως να πιστεύανε ότι θα άνοιγε το πετρέλαιο πιο ψηλά. Αλλά θα επαναλάβω αυτό το οποίο είπα πριν. Έχουμε δύο πολέμους αυτή τη στιγμή και μια τεράστια παγκόσμια ενεργειακή κρίση, η μεγαλύτερη των τελευταίων δεκαετιών. Αν πιστεύει κάποιος ότι η Ελλάδα θα είναι ένα γαλατικό χωριό που θα μείνει απομονωμένη και δεν θα επηρεαστεί καθόλου από αυτή την κρίση, λυπάμαι, είναι βαθιά νυχτωμένος. Αν πάλι κάποιοι πιστεύουν ότι θα τινάξουμε την μπάνκα στον αέρα, θα μοιράζουμε χρήματα δεξιά κι αριστερά για να γίνουμε αρεστοί πολιτικά και θα υπονομεύσουμε όλη την προσπάθεια την οποία έχουμε κάνει τα τελευταία χρόνια για να γίνουμε ενδεχομένως λίγο πιο συμπαθείς ενόψει εκλογών, λυπάμαι, αλλά έχω αποδείξει πολλές φορές ότι αυτή δεν είναι η δική μου νοοτροπία. Μπορεί να είναι η νοοτροπία κάποιων άλλων που στο παρελθόν έριξαν τη χώρα στα βράχια».
Σχετικά με την απανθρακοποίηση και τις δικλείδες ασφαλείας, ο κ. Μητσοτάκης δήλωσε τα εξής: «Αναφέρεστε σε κάτι πολύ τεχνικό. Είναι το ETS 2. Είναι ουσιαστικά μια πρόσθετη επιβάρυνση στις μεταφορές και στη θέρμανση των σπιτιών. Δώσαμε αγώνα αυτή να μην τεθεί σε εφαρμογή το 2027, αλλά το 2028 και η Ελλάδα ανήκει στην κατηγορία των χωρών που πιστεύει ότι ενδεχομένως θα χρειαστεί και περαιτέρω παράταση. Είναι κάτι το οποίο το μελετάμε, το συζητούμε με την επιτροπή και σίγουρα θα είναι αντικείμενο και επόμενων συζητήσεων σε ευρωπαϊκό συμβούλιο. Πάντως, για το ’27 έχουμε ήδη διεκδικήσει ότι δεν πρόκειται να υπάρχει καμία πρόσθετη φορολόγηση, ευρωπαϊκή φορολόγηση, που να αφορά τα καύσιμα και τη θέρμανση των σπιτιών».




