Ο Μάκης Βορίδης, μιλώντας σήμερα (9/1) στον ΣΚΑΪ, αναφέρθηκε στη διαχείριση των αγροτικών κινητοποιήσεων, υποστηρίζοντας ότι κατά τη διάρκεια της δικής του θητείας στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης δεν σημειώθηκε καμία οργανωμένη αντίδραση. «Στη δική μου περίοδο δεν υπήρξε ούτε μπλόκο, ούτε καν συνέλευση. Η κατάσταση ήταν απολύτως ρυθμισμένη», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Όπως σημείωσε, αργότερα υπήρξαν κινητοποιήσεις, κυρίως πριν από δύο χρόνια, όταν οι αγρότες συναντήθηκαν με τον πρωθυπουργό και –όπως είπε– «τότε επιλύθηκαν ουσιαστικά ζητήματα». Ο πρώην υπουργός τόνισε ότι και σήμερα η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τα αιτήματα του αγροτικού κόσμου με καλή πίστη, επισημαίνοντας όμως πως «η διάθεση συνεννόησης από τη μία πλευρά οφείλει να βρίσκει αντίστοιχη ανταπόκριση και από την άλλη». «Ο διάλογος είναι απαραίτητος», υπογράμμισε.
Αναφερόμενος στη συνέχεια των μπλόκων μετά τη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τους αγρότες, ο κ. Βορίδης ξεκαθάρισε ότι «η ευθύνη για την εξέλιξη των κινητοποιήσεων δεν βαραίνει τον πρωθυπουργό». Όπως είπε, «η κυβέρνηση καταβάλλει προσπάθεια και για ακόμη μία φορά προχωρά σε παρεμβάσεις που ενισχύουν ουσιαστικά τον πρωτογενή τομέα και τον οδηγούν μπροστά».
Η τοποθέτηση για το ενδεχόμενο κόμματος Καρυστιανού
Ο Μάκης Βορίδης κλήθηκε επίσης να σχολιάσει τις πρόσφατες δηλώσεις της Μαρίας Καρυστιανού σχετικά με τη δημιουργία πολιτικού φορέα. Όπως ανέφερε, «εδώ και έναν χρόνο λέγαμε ότι η κ. Καρυστιανού προβαίνει σε καθαρά πολιτικές τοποθετήσεις». Τόνισε ότι, κατά την άποψή του, «δεν πρόκειται απλώς για έναν γονέα που βιώνει βαθιά οδύνη και ζητά δικαίωση, αλλά για μια υπόθεση με ξεκάθαρη πολιτική διάσταση».
«Όταν το επισημαίναμε τότε, δεχθήκαμε έντονη κριτική. Σήμερα, όμως, τα γεγονότα δείχνουν ότι η κατεύθυνση ήταν εξαρχής προφανής», είπε, προσθέτοντας πως πλέον η κριτική προς την κ. Καρυστιανού προέρχεται και από πρόσωπα και μέσα του ευρύτερου αριστερού χώρου. «Ακούω παρεμβάσεις από τον κ. Πολάκη, από κύκλους κοντά στον κ. Τσίπρα, από έντυπα της Αριστεράς, που θέτουν ερωτήματα για την ιδεολογική και πολιτική ταυτότητα του εγχειρήματος», σημείωσε.
Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι «όταν μια υπόθεση αποκτά πολιτική προέκταση, δεν μπορεί να παρουσιάζεται αποκλειστικά ως αίτημα δικαιοσύνης, ούτε να λειτουργεί χωρίς πολιτική κριτική». «Δεν γίνεται να φοριούνται ταυτόχρονα δύο ή τρία καπέλα», κατέληξε.

