Η επιστολή του Βολοντίμιρ Ζελένσκι προς τον Βλαντιμίρ Πούτιν δεν συνιστά ένα απλό διπλωματικό άνοιγμα, ούτε –για να είμαστε σαφείς– μια τυπική ουκρανική πρωτοβουλία προς τη Μόσχα. Αντιθέτως, πρόκειται για μια πολιτική κίνηση υψηλού ρίσκου, με στόχο τη μετατόπιση του βάρους της ευθύνης στη ρωσική πλευρά.
Ο Ουκρανός πρόεδρος δεν αρκείται σε μια γενική έκκληση για διάλογο, αλλά προτείνει απευθείας συνάντηση με τον Ρώσο ηγέτη σε ουδέτερο έδαφος. Παράλληλα, δηλώνει ότι το Κίεβο είναι έτοιμο να προχωρήσει σε πλήρη κατάπαυση του πυρός για όσο διάστημα διαρκούν οι διαπραγματεύσεις.
Βάζει επίσης στο τραπέζι ανταλλαγή αιχμαλώτων «όλων με όλους», επιστροφή αμάχων και παιδιών που έχουν μεταφερθεί στη Ρωσία, καθώς και συμμετοχή των HΠA και της Ευρώπης σε ένα σχήμα εγγυήσεων ασφαλείας. Με άλλα λόγια, η επιστολή δεν είναι μόνο μήνυμα προς το Κρεμλίνο. Είναι προσπάθεια αναδιάταξης ολόκληρου του πλαισίου μέσα στο οποίο συζητείται σήμερα η ειρήνη στην Ουκρανία, ενός πλαισίου στο οποίο η Ουκρανία δεν συμμετείχε…
Το ουσιαστικό της νόημα είναι καθαρό: το Κίεβο δεν θέλει να αφήσει τη συζήτηση για το τέλος του πολέμου να παραμείνει εγκλωβισμένη σε μια λογική μεγάλων δυνάμεων, όπου ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Βλαντιμίρ Πούτιν συνομιλούν για την Ουκρανία, αλλά όχι με την Ουκρανία. Γι’ αυτό και η πιο πολιτικά φορτισμένη φράση της επιστολής είναι η αναφορά στο Ανκορατζ. Ο Ζελένσκι λέει ευθέως ότι ουκρανικά και ευρωπαϊκά ζητήματα δεν λύνονται στην Αλάσκα.
Αυτό είναι το σημείο όπου η επιστολή παύει να είναι προσωπικό μήνυμα προς τον Πούτιν και γίνεται απάντηση σε μια ολόκληρη διπλωματική αρχιτεκτονική που διαμορφώθηκε μετά τη συνάντηση Τραμπ – Πούτιν στις 15 Αυγούστου 2025. Εκεί, ο Τραμπ είχε μιλήσει για πρόοδο και «παραγωγική» συνάντηση, αλλά χωρίς τελική συμφωνία. Η φράση του «δεν υπάρχει συμφωνία μέχρι να υπάρξει συμφωνία» συνόψιζε τότε το μεταίχμιο. Υπήρχε κίνηση, υπήρχε επαφή, υπήρχε προσδοκία. Δεν υπήρχε όμως ειρήνη.
Οι συμβιβασμοί
Δέκα μήνες μετά, το κενό παραμένει. Η «πρόοδος» του Ανκορατζ δεν οδήγησε σε αποκλιμάκωση. Δεν δημιούργησε ένα κοινό σημείο εκκίνησης ανάμεσα στο Κίεβο και τη Μόσχα. Αντιθέτως, η ρωσική θέση έχει παγιωθεί γύρω από μια λογική σκληρών προϋποθέσεων: η ειρήνη είναι δυνατή, αλλά μόνο εφόσον η Ουκρανία αποδεχθεί «συμβιβασμούς».
Στη ρωσική γλώσσα της ισχύος, αυτοί οι συμβιβασμοί σημαίνουν, κυρίως, αποδοχή εδαφικών απωλειών. Οτι το Κίεβο θα πρέπει να παραδώσει το υπόλοιπο Ντονμπάς ή να αποδεχθεί μια φόρμουλα που θα παγώνει τη σημερινή γραμμή του μετώπου με τρόπο ευνοϊκό για τη Μόσχα. Για τον Πούτιν, μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως στρατηγική νίκη. Για τον Ζελένσκι και κατ’ επέκταση για την ίδια την Ουκρανία θα ήταν πολιτικά και ιστορικά δυσβάσταχτη.
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του αδιεξόδου. Η Ρωσία εμφανίζεται διατεθειμένη να διαπραγματευτεί, αλλά όχι να εγκαταλείψει τον τελικό της στόχο. Ο Πούτιν λέει ότι οι προτάσεις Τραμπ θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο τέλος του πολέμου, αλλά μόνο εφόσον η Ουκρανία κάνει υποχωρήσεις. Δηλώνει ανοικτός στη διπλωματία, αλλά ταυτόχρονα αφήνει να εννοηθεί ότι η Ρωσία μπορεί να συνεχίσει μέχρι να πετύχει στο πεδίο αυτό που δεν πέτυχε στο τραπέζι.
Ο Ζελένσκι επιχειρεί να αντιστρέψει αυτή τη λογική. Θέλει να αρχίσει από τη σημερινή γραμμή επαφής, όχι από μια προκαταβολική αποδοχή ρωσικών όρων. Ζητά η Ουκρανία και η Ρωσία να μιλήσουν απευθείας. Ζητά εγγυήσεις και κυρίως να μη μετατραπεί η Ουκρανία σε αντικείμενο μιας συμφωνίας που θα γραφτεί αλλού.
Το δεύτερο ακροατήριο της επιστολής
Η επιστολή έχει και δεύτερο επίπεδο. Ο Ζελένσκι απευθύνεται στη ρωσική κοινωνία, στους αξιωματούχους, στους επιχειρηματίες, στους μηχανισμούς που στηρίζουν ή ανέχονται το σύστημα εξουσίας της Μόσχας. Η διατύπωση είναι προσεκτικά επιθετική. Ο Ουκρανός πρόεδρος θυμίζει στον Πούτιν τα 26 χρόνια της παραμονής του στην εξουσία, υποστηρίζοντας ότι σχεδόν τα μισά από αυτά έχουν σημαδευτεί από πόλεμο κατά της Ουκρανίας. Το μήνυμα είναι ότι ο πόλεμος δεν είναι ιστορική αναγκαιότητα αλλά προσωπική επιλογή. Ο Ζελένσκι αποδομεί τη ρωσική επιχειρηματολογία περί ΝΑΤΟ, γεωπολιτικής, ρωσικής γλώσσας ή ιστορικών δικαιωμάτων. Λέει στον Πούτιν ότι η Ιστορία θα καταγράψει αυτόν τον πόλεμο ως δική του απόφαση.
Ταυτόχρονα επιχειρεί να μεταφέρει την πίεση στο εσωτερικό της Ρωσίας. Μιλά για ουκρανικά drones που πλήττουν βαθιά τη ρωσική επικράτεια, για ελλείψεις καυσίμων, άνοδο τιμών, περιορισμούς, νέα κινητοποίηση, φόβο επέκτασης του πολέμου. Η εικόνα που θέλει να δημιουργήσει είναι μιας Ρωσίας που δεν παραμένει άτρωτη, αλλά πληρώνει ολοένα μεγαλύτερο τίμημα.
Αυτό το σκέλος είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον της επιστολής. Ο Ζελένσκι δεν υπόσχεται άμεση στρατιωτική νίκη. Υπόσχεται φθορά. Λέει στον Πούτιν ότι οι πόροι του μειώνονται, ότι η πολιτική του αντοχή δεν είναι ανεξάντλητη, ότι δεν θα μπορεί για πάντα να αγοράζει τη σιωπή ή την πίστη των Ρώσων όπως έκανε επί 26 χρόνια. Είναι μια ψυχολογική επίθεση στο μοντέλο εξουσίας του Κρεμλίνου. Στην ίδια λογική εντάσσεται και η αναφορά στην Κίνα και τη Βόρεια Κορέα. Ο Ζελένσκι παρουσιάζει τον Πούτιν ως τον πρώτο ηγέτη της Ρωσίας που αναγκάστηκε να στραφεί στην Πιονγιάνγκ για βοήθεια και πλήρως εξαρτημένο από το Πεκίνο. Αυτό είναι προσπάθεια να πληγεί ο πυρήνας της ρωσικής αυτοεικόνας: η ιδέα μιας μεγάλης δύναμης που δεν εξαρτάται από κανέναν.
Το παράδοξο της φθοράς
Η πραγματικότητα στο πεδίο δεν επιτρέπει εύκολες απαντήσεις. Η Ρωσία ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος του Λουχάνσκ και σημαντικό μέρος του Ντονέτσκ. Πιέζει διαρκώς, χρησιμοποιεί μαζικά πυροβολικό, πυραύλους, drones και αεροπορικά πλήγματα, και προσπαθεί να μετατρέψει την αριθμητική της υπεροχή σε πολιτικό αποτέλεσμα. Από την άλλη πλευρά, όμως, δεν έχει πετύχει την αποφασιστική διάρρηξη που θα της επέτρεπε να επιβάλει τη δική της ειρήνη. Η Ουκρανία δεν έχει σήμερα τη δυνατότητα να εκδιώξει άμεσα τη Ρωσία από τα κατεχόμενα. Εχει όμως αποδείξει ότι μπορεί να αντέχει, να αναπροσαρμόζεται και να πλήττει βαθιά τη ρωσική ενδοχώρα. Τα ουκρανικά πλήγματα σε ρωσικές υποδομές, διυλιστήρια, στρατιωτικές εγκαταστάσεις και περιοχές μακριά από το μέτωπο αλλάζουν τον χαρακτήρα του πολέμου.
Η Ρωσία δεν μάχεται πια μόνο στην Ουκρανία. Αισθάνεται τον πόλεμο και στο εσωτερικό της. Αυτό δημιουργεί το βασικό παράδοξο της σημερινής φάσης του πολέμου. Η Ρωσία δεν δείχνει αρκετά ισχυρή για να κερδίσει γρήγορα. Η Ουκρανία δεν δείχνει αρκετά ισχυρή για να ανατρέψει άμεσα την κατοχή. Καμία πλευρά δεν έχει φτάσει στο σημείο όπου η συνέχιση του πολέμου γίνεται πολιτικά αδύνατη. Και καμία δεν έχει ακόμη αρκετό κίνητρο για να δεχθεί μια ειρήνη που θα παρουσιαστεί στο εσωτερικό της ως ήττα.
Αυτό δεν παράγει ειρήνη. Παράγει παρατεταμένη φθορά. Παράγει έναν πόλεμο όπου η γραμμή του μετώπου μετακινείται αργά, αλλά το στρατηγικό βάρος αυξάνεται παντού: στην οικονομία, στην κοινωνία, στη διπλωματία, στις σχέσεις ΗΠΑ – Ευρώπης, στην παγκόσμια ισορροπία ανάμεσα σε Ουάσινγκτον, Μόσχα και Πεκίνο.
Η Ουάσινγκτον κοιτάζει κι αλλού…
Η αναφορά του Ζελένσκι στην αμερικανική εστίαση στο Ιράν είναι κρίσιμη. Ο Ουκρανός πρόεδρος αναγνωρίζει εμμέσως κάτι που στο Κίεβο προκαλεί ανησυχία: η Ουάσινγκτον δεν έχει πια την Ουκρανία στο κέντρο της προσοχής της. Ο Περσικός Κόλπος, οι εστίες ανάφλεξης γύρω από το Ισραήλ και οι ανοιχτές γραμμές με την Τεχεράνη απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος της αμερικανικής διπλωματικής ενέργειας. Για την Ουκρανία, αυτό είναι πρόβλημα. Οσο η αμερικανική προσοχή μοιράζεται, τόσο αυξάνεται ο φόβος ότι η Μόσχα θα προσπαθήσει να επιβάλει την εικόνα μιας «ρεαλιστικής» λύσης. Δηλαδή της αποδοχής των τετελεσμένων. Ο Ζελένσκι θέλει να προλάβει αυτή την εξέλιξη. Θέλει να δείξει ότι η Ουκρανία δεν είναι το εμπόδιο στην ειρήνη. Θέλει όμως και να ορίσει τι είδους ειρήνη μπορεί να συζητηθεί. Η Μόσχα κινείται αντίστροφα. Θέλει να αναβιώσει το «πνεύμα της Αλάσκας»: μια διαπραγμάτευση σε επίπεδο ηγετών μεγάλων δυνάμεων, με την Ουκρανία να πιέζεται να αποδεχθεί ένα πλαίσιο που δεν διαμόρφωσε η ίδια. Γι’ αυτό η φράση του Ζελένσκι για το Ανκορατζ έχει σημασία. Δεν είναι γεωγραφική παρατήρηση. Είναι δήλωση κυριαρχίας: η Ουκρανία δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο ειρήνης χωρίς να είναι υποκείμενο της διαπραγμάτευσης.
Τι είδους ειρήνη;
Το ερώτημα δεν είναι αν όλοι μιλούν για ειρήνη. Το ερώτημα είναι τι εννοεί ο καθένας. Η Ουκρανία μιλά για κατάπαυση του πυρός, διαπραγμάτευση από τη σημερινή γραμμή επαφής, εγγυήσεις ασφαλείας, επιστροφή αιχμαλώτων και παιδιών και αποτροπή νέας ρωσικής επίθεσης. Η Ρωσία μιλά για «συμβιβασμούς», αλλά εννοεί προσαρμογή της Ουκρανίας στη στρατιωτική πραγματικότητα που δημιούργησε η ρωσική εισβολή. Οι ΗΠΑ θέλουν αποτέλεσμα, αλλά δεν είναι σαφές πόση πίεση είναι διατεθειμένες να ασκήσουν στη Μόσχα. Η Ευρώπη θέλει να είναι εγγυήτρια, αλλά εξακολουθεί να ψάχνει τον ακριβή ρόλο της ανάμεσα στην οικονομική στήριξη, την ασφάλεια και την πολιτική επιρροή.
Αν μιλάμε για πλήρη και βιώσιμη ειρηνευτική συμφωνία, με εδαφική φόρμουλα, εγγυήσεις ασφαλείας και μηχανισμό μη επανάληψης του πολέμου, οι πιθανότητες παραμένουν χαμηλές. Δεν υπάρχει ακόμη κοινό σημείο εκκίνησης. Το Κίεβο δεν μπορεί να δεχθεί την παραχώρηση του Ντονμπάς ως τίμημα ειρήνης. Η Μόσχα δεν δείχνει έτοιμη να αποδεχθεί ότι η εισβολή δεν μπορεί να μετατραπεί σε αναγνωρισμένο κέρδος. Και η Ουάσινγκτον δεν έχει ακόμη παρουσιάσει ένα πλαίσιο αρκετά ισχυρό ώστε να αναγκάσει τις δύο πλευρές να κινηθούν από τις μέγιστες θέσεις τους.
Αν όμως μιλάμε για κάτι λιγότερο (μια προσωρινή κατάπαυση του πυρός, ένα νέο σχήμα επαφών με συμμετοχή ΗΠΑ, Ευρώπης, Τουρκίας ή κρατών του Κόλπου), τότε οι πιθανότητες είναι υπαρκτές. Οχι επειδή η ειρήνη ωρίμασε στρατηγικά. Αλλά επειδή και οι δύο πλευρές έχουν λόγους να δείξουν ότι δεν απορρίπτουν τη διπλωματία.
Η ειρήνη ως μάχη χρόνου
Το πιθανότερο σενάριο δεν είναι άμεση ειρήνη. Είναι έντονη διπλωματική κινητικότητα με συνέχιση των πληγμάτων. Δημόσιες επιστολές, αντιπροτάσεις, τεχνικές επαφές, δηλώσεις περί ετοιμότητας, πίεση προς την Ουκρανία να φανεί ευέλικτη, πίεση προς τη Ρωσία να εμφανιστεί λογική, και στο βάθος ένας πόλεμος που συνεχίζει να μετρά απώλειες. Η ειρήνη θα γίνει πραγματικά πιθανή μόνο αν αλλάξει ένας από τους τρεις βασικούς παράγοντες. Πρώτον, η ισορροπία στο πεδίο. Αν η μία πλευρά αισθανθεί ότι δεν μπορεί πλέον να συνεχίσει με αποδεκτό κόστος, τότε θα αναζητήσει έξοδο. Δεύτερον, η στάση της Ουάσινγκτον. Αν αποφασίσει να πιέσει πραγματικά τη Μόσχα ή να εγγυηθεί πραγματικά την ασφάλεια της Ουκρανίας, το πλαίσιο αλλάζει. Τρίτον, το εσωτερικό κόστος στη Ρωσία. Αν η φθορά περάσει από την κοινωνική δυσαρέσκεια στην πολιτική ανησυχία των ελίτ, τότε ο χρόνος παύει να λειτουργεί αποκλειστικά υπέρ του Πούτιν.
Η επιστολή Ζελένσκι επιχειρεί ακριβώς αυτό: να μετατρέψει τον χρόνο από ρωσικό πλεονέκτημα σε ρωσικό πρόβλημα. Να πει στον Πούτιν ότι μπορεί να συνεχίσει, αλλά όχι χωρίς συνέπειες. Να πει στη ρωσική κοινωνία ότι ο πόλεμος δεν έχει ορίζοντα.
Αυτό είναι και το όριο της στιγμής. Η επιστολή είναι σημαντική, αλλά δεν είναι ακόμη προάγγελος ειρήνης. Είναι διπλωματική αντεπίθεση. Είναι προσπάθεια του Κιέβου να σπάσει την παγίδα του Ανκορατζ και να επαναφέρει την Ουκρανία στο κέντρο της συζήτησης για το μέλλον της. Να μετατρέψει μια συζήτηση Τραμπ – Πούτιν για την Ουκρανία σε συζήτηση της Ουκρανίας με τη Ρωσία με εγγυητές και όχι με επιδιαιτητές.
Η επιστολή Ζελένσκι έχει αξία. Οχι επειδή ανοίγει αμέσως την πόρτα της ειρήνης, αλλά δείχνει ποιος θέλει να τη συζητήσει μπροστά σε όλους και ποιος εξακολουθεί να τη φαντάζεται ως την τελευταία πράξη μιας επιβολής.

