Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την Πέμπτη ότι η Intel κατέληξε σε συμφωνία με την Apple για την παραγωγή επεξεργαστών στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε μια εξέλιξη που ενισχύει τη στρατηγική επαναφοράς της βιομηχανίας ημιαγωγών στο αμερικανικό έδαφος.
«Αποφάσισα να στηρίξω την Intel γιατί πρέπει να σχεδιάζουμε και να κατασκευάζουμε τα chips μας εδώ, στην Αμερική», έγραψε ο Τραμπ σε ανάρτησή του στο Truth Social.
Η ανακοίνωση προκάλεσε άμεση αντίδραση στις αγορές, με τη μετοχή της Intel να καταγράφει άνοδο άνω του 9% στις προσυνεδριακές συναλλαγές. Η εταιρεία, ωστόσο, απέφυγε να σχολιάσει επίσημα την εξέλιξη.
Η συμφωνία αναμένεται να βοηθήσει την Apple να διαφοροποιήσει την παραγωγική της βάση, καθώς μέχρι σήμερα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την Ταϊβάν για την κατασκευή των επεξεργαστών που χρησιμοποιούνται σε iPhone, iPad και υπολογιστές Mac.
Η ανακοίνωση έρχεται λίγες ημέρες μετά τις δηλώσεις του διευθύνοντος συμβούλου της Apple, Τιμ Κουκ, στη Wall Street Journal, όπου παραδέχθηκε ότι οι αυξήσεις τιμών στα προϊόντα της εταιρείας είναι πλέον «αναπόφευκτες» λόγω του αυξημένου κόστους των chips μνήμης και αποθήκευσης, που τροφοδοτείται από την έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης.
«Κάνουμε ό,τι μπορούμε για να απορροφήσουμε τις μεγάλες αυξήσεις κόστους και να προστατεύσουμε τους καταναλωτές, όμως η κατάσταση δεν είναι πλέον βιώσιμη», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Κουκ.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη επενδύσει σημαντικά στην Intel. Τον Αύγουστο του 2025 το αμερικανικό δημόσιο επένδυσε 8,9 δισ. δολάρια στην εταιρεία, αποκτώντας περίπου το 10% των μετοχών της, με στόχο την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής προηγμένων ημιαγωγών και τη διασφάλιση της εθνικής ασφάλειας μέσω μιας ισχυρής αμερικανικής εφοδιαστικής αλυσίδας.
Η πρωτοβουλία εντάσσεται στη στρατηγική της Ουάσιγκτον να ενισχύσει την αμερικανική βιομηχανία ημιαγωγών και να διατηρήσει ηγετικό ρόλο στον παγκόσμιο ανταγωνισμό των chips.
Ο ίδιος ο Τραμπ, μάλιστα, άφησε να εννοηθεί ότι η επένδυση στην Intel αποδείχθηκε εξαιρετικά κερδοφόρα για το αμερικανικό δημόσιο.
«Όταν κάναμε την προσφορά μας, η εταιρεία άξιζε περίπου 100 δισ. δολάρια. Σήμερα η αξία της ξεπερνά τα 600 δισ. δολάρια. Μέσα σε εννέα μήνες αυξήθηκε κατά περισσότερο από μισό τρισεκατομμύριο δολάρια. Το μερίδιο της Αμερικής αξίζει πλέον πάνω από 60 δισ. δολάρια», ανέφερε στην ανάρτησή του.
Πηγή: CNN

