Αυξημένη εγρήγορση για τον ιό του Δυτικού Νείλου έχει σημάνει ο ΕΟΔΥ, καθώς τις τελευταίες ημέρες έχουν καταγραφεί έξι θάνατοι, σύμφωνα με όσα ανέφερε η καθηγήτρια Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου.
Ο αριθμός αυτός κρίνεται ιδιαίτερα ανησυχητικός, αν αναλογιστεί κανείς ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της περσινής περιόδου καταγράφηκαν συνολικά εννέα απώλειες, ενώ το 2024 ο αντίστοιχος αριθμός είχε φτάσει τις 35.
Παρότι ο ιός ενδημεί στην Ελλάδα από το 2010 παρουσιάζοντας ετήσιες διακυμάνσεις, η φετινή επιδημιολογική εικόνα αναδεικνύει την Αττική ως το κύριο επίκεντρο της διασποράς. Κρούσματα εντοπίζονται σε όλους τους τομείς της περιφέρειας (βόρεια, νότια, ανατολικά και δυτικά), ενώ η κυκλοφορία του ιού ανιχνεύεται σε μικρότερη συχνότητα στη Θεσσαλία και την Κεντρική Μακεδονία.
Ο ιός μεταδίδεται στον άνθρωπο αποκλειστικά μέσω τσιμπήματος μολυσμένου κουνουπιού, το οποίο έχει προηγουμένως κολλήσει τον ιό από πτηνά-φορείς. Όπως τόνισε η κ. Ψαλτοπούλου, είναι αδύνατον να διακριθεί οπτικά ένα μολυσμένο κουνούπι, ενώ ο χρόνος επώασης δυσχεραίνει τη σύνδεση της νόσου με κάποιο συγκεκριμένο τσίμπημα.
Δεδομένου ότι δεν υπάρχει εμβόλιο ή ειδική αντιική θεραπεία, η προστασία βασίζεται αποκλειστικά στη λήψη μέτρων ατομικής προστασίας (χρήση αντικουνουπικών, σίτες, απομάκρυνση στάσιμων νερών, κάλυψη του σώματος με κατάλληλα ρούχα, ιδιαίτερα τις απογευματινές και βραδινές ώρες).
Την ίδια στιγμή, η επιδημιολογική εικόνα επιβαρύνεται από τη θερινή έξαρση άλλων λοιμώξεων (γρίπη Α, ιογενείς γαστρεντερίτιδες) λόγω αυξημένου συγχρωτισμού, αλλά και από τις πολύ υψηλές θερμοκρασίες. Οι αρχές συνιστούν αυξημένη προσοχή για την αποφυγή θερμοπληξίας (επαρκής ενυδάτωση, αποφυγή αλκοόλ/έκθεσης στον ήλιο), καθώς η εκδήλωση συμπτωμάτων όπως η διακοπή της εφίδρωσης και η σύγχυση απαιτούν επίσης άμεση ιατρική συνδρομή.

