Η ΔΕΘ έχει ιστορικά καταγραφεί ως ένα ιδιαίτερο πολιτικό «τελετουργικό» της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας: ένας τόπος όπου οι πολιτικοί αρχηγοί απευθύνουν υποσχέσεις, παρουσιάζουν κατευθύνσεις, υπόσχονται χρονοδιαγράμματα για μεταρρυθμίσεις και αλλαγές.
Κι όμως, για χρόνια στην κοινή γνώμη έχει κυριαρχήσει μια εντύπωση που δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα: ότι η ΔΕΘ λειτουργεί περισσότερο ως forum υποσχέσεων χωρίς αντίκρισμα παρά ως αφετηρία οραματικής, συγκεκριμένης, ρεαλιστικής, μετρήσιμης πολιτικής.
Αυτό το συλλογικό «μήνυμα» δεν συνιστά απλώς μια απογοήτευση. Αποτελεί πια μια συλλογική εμπειρία. Οι κυβερνήσεις υπόσχονται από χρόνο σε χρόνο πράγματα που δεν υλοποιούν, ή τα υλοποιούν αποσπασματικά και κατόπιν επανέρχονται στις ίδιες δεσμεύσεις λες και πρόκειται για την πρώτη φορά. Την ίδια στιγμή, οι αντιπολιτεύσεις καταγγέλλουν και καταθέτουν προτάσεις, πολλές φορές εντυπωσιακές ως προς την καλλιέργεια προσδοκιών, αλλά συχνά αναξιόπιστες ως προς το πραγματικό τους κόστος και τον τρόπο εφαρμογής τους. Κάπως έτσι η πολιτική μετατρέπεται σε μια απλή διαχείριση υποσχέσεων και προσδοκιών. Μας αρκεί αυτό; Προφανώς όχι!
Πηγαίνοντας σε εκλογές οι πολίτες ζητούν κάτι περισσότερο. Δεν τους αρκεί να ακούσουν τον Μητσοτάκη να εξαγγέλλει ξανά υποσχέσεις που δεν πραγματοποιήθηκαν στα επτά χρόνια διακυβέρνησης του ή διορθωτικές κινήσεις σε μια πολιτική που ήδη εφαρμόζεται με συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Δεν τους αρκεί να ακούσουν τον Τσίπρα – εκτός ΔΕΘ αλλά από τη Θεσσαλονίκη – να υποδύεται ότι προέκυψε από παρθενογένεση και να εξαγγέλλει ένα νέο πρόγραμμα ΔΕΘ με αξιοπιστία ανάλογη αυτής του προγράμματος με το οποίο ανήλθε στην εξουσία χωρίς ποτέ να το εφαρμόσει. Δεν τους αρκεί να ακούσουν τον Ανδρουλάκη να κάνει εύκολη κριτική και να προτείνει εναλλακτικές λύσεις με αβέβαιο κόστος και δυνατότητα υλοποίησης.
Θέλουν κάτι περισσότερο. Ένα ολοκληρωμένο πολιτικό σχέδιο, οραματικό αλλά και σοβαρά τεκμηριωμένο, στο οποίο να μπορούν να πιστέψουν. Μια ελπιδοφόρα πολιτική πρόταση, ικανή να τους συνεγείρει. Η φετινή ΔΕΘ—ως τελευταία πριν από τις εκλογές—δίνει την ιδιότυπη ευκαιρία να μετακινηθεί το πολιτικό παιχνίδι από το γνωστό πεδίο των εύκολων υποσχέσεων στο πεδίο της πολιτικής έμπνευσης και της υπευθυνότητας απέναντι στην κοινωνία και τον τόπο.
Το «στοίχημα» των πολιτικών αρχηγών στην ΔΕΘ είναι να αποδείξουν ότι δεν αντιλαμβάνονται την πολιτική ως την τέχνη της διαχείρισης. Η απογοήτευση του κόσμου από την πολιτική τάξη και τα κόμματα καταγράφεται με την ολοένα και μεγαλύτερη αποχή από τις εκλογές. Τα τελευταία χρόνια έχουν «χαθεί» από τις κάλπες πάνω από ένα εκατομμύριο ψηφοφόροι, ενώ στις τελευταίες ευρωεκλογές είχαμε ιστορικό ρεκόρ αποχής. Όλα αυτά δεν μπορεί να μας αφήνουν αδιάφορους.
Χρειάζονται καθαρές πολιτικές απαντήσεις στο «τι είμαστε» και στο «προς τα πού πάμε». Η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών, βάσει των δημοσκοπήσεων, θεωρεί ότι η χώρα βαδίζει στη λάθος κατεύθυνση, χωρίς όμως να εμπιστεύονται κάποια πολιτική πρόταση ως οδηγό προς τη σωστή κατεύθυνση.
Με αυτά τα δεδομένα το πολιτικό στοίχημα των αρχηγών των κομμάτων στη ΔΕΘ είναι να υπερβούν το μοντέλο των ψηφοθηρικών εξαγγελιών και να διαψεύσουν το μοτίβο των ανακυκλούμενων υποσχέσεων.
Οι πολίτες, γνωρίζοντας ότι έρχονται εκλογές, αναζητούν κάτι σπάνιο: πολιτικό όραμα και ταυτόχρονα συνέπεια πολιτικού λόγου και στρατηγικού σχεδίου. Αν η φετινή ΔΕΘ λειτουργήσει ως εκκίνηση ενός ολοκληρωμένου προγράμματος—με τεκμηρίωση, ρεαλισμό και σαφείς δεσμεύσεις—τότε το «forum» μπορεί να μετατραπεί σε σημείο πολιτικού μετασχηματισμού. Αν όχι, η πολιτική θα μείνει εκείνο που οι πολίτες υποψιάζονται και οι πολιτικοί διαρκώς επιβεβαιώνουν: απλή διαχείριση προσδοκιών, λίγο πριν από την κρίση της κάλπης.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Το Καρφί – Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

