Ένας βαθιά αντιδημοφιλής πρωθυπουργός, τον οποίο τόσο το κόμμα του όσο και η κοινωνία κατηγορούν ότι απέτυχε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες της ηγεσίας — και ακόμη χειρότερα, ότι δεν κατάφερε να βελτιώσει τη ζωή και την ψυχολογία των πολιτών — βρέθηκε ξανά αντιμέτωπος με μια σχεδόν τελετουργική αμφισβήτηση από τους ίδιους τους βουλευτές και τους συμμάχους του.
Η συζήτηση για εσωκομματική ανατροπή βρίσκεται ήδη στον αέρα. Ο Κιρ Στάρμερ, λίγες μόλις εβδομάδες μετά τη σαρωτική νίκη των Εργατικών στις εκλογές του 2024, είχε προειδοποιήσει ότι «τα πράγματα θα δυσκολέψουν πριν βελτιωθούν».
Σήμερα, όμως, μοιάζει ήδη πολιτικά αποδυναμωμένος. Αν τελικά αποχωρήσει, θα γίνει ο έκτος πρωθυπουργός της Βρετανίας μέσα σε μόλις δέκα χρόνια — ακόμη ένας ηγέτης που λύγισε σε μια θέση εξουσίας η οποία αρχίζει να θυμίζει ένα από τα πιο δύσκολα πολιτικά αξιώματα στον κόσμο.
Η συνεχής εναλλαγή ηγετών έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό στη Βρετανία.
Είναι πλέον η χώρα ουσιαστικά ακυβέρνητη; Υπάρχει κάποια «μαγική συνταγή» για να αλλάξει πορεία; Και κυρίως: πώς έφτασε ως εδώ;
Παρά το γεγονός ότι παραμένει μέλος της G7 και ιστορικά υπήρξε μία από τις ισχυρότερες δυνάμεις του πλανήτη, η Βρετανία δίνει πλέον εικόνα πολιτικής αστάθειας και οικονομικής στασιμότητας. Όπως και πολλές άλλες χώρες, δέχεται ισχυρές πιέσεις από τις γεωπολιτικές και οικονομικές εξελίξεις που καθορίζουν υπερδυνάμεις όπως οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ρωσία — ενώ ταυτόχρονα κουβαλά και τις δικές της χρόνιες παθογένειες.
Και ένα πράγμα φαίνεται ξεκάθαρο: όποιος κι αν αναλάβει την πρωθυπουργία μετά τον Στάρμερ, πιθανότατα θα βρεθεί αντιμέτωπος με τις ίδιες δυσκολίες.
Από την εποχή Μπλερ στη μόνιμη κρίση
Δεν ήταν πάντα έτσι. Ο τελευταίος Εργατικός πρωθυπουργός που κυριάρχησε πολιτικά πριν από τον Στάρμερ ήταν ο Τόνι Μπλερ. Όταν ανέλαβε την εξουσία το 1997, η βρετανική οικονομία ήταν μεγαλύτερη από της Κίνας, η χώρα είχε κεντρικό ρόλο στην αναπτυσσόμενη Ευρωπαϊκή Ένωση και απολάμβανε ακόμη τα οφέλη της παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Βόρεια Θάλασσα.
Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, ο Στάρμερ κληρονόμησε μια χώρα που δεν ανέκαμψε ποτέ ουσιαστικά από την οικονομική κρίση του 2008, αντιμετωπίζει γεωπολιτικές απειλές από τη Ρωσία και εξαρτάται ενεργειακά από εισαγωγές.
Παράλληλα, πολλές περιοχές εκτός Λονδίνου αισθάνονται εγκαταλελειμμένες, καθώς οι παραδοσιακές βιομηχανικές θέσεις εργασίας μεταφέρθηκαν εδώ και χρόνια στο εξωτερικό, ενώ η παγκόσμια οικονομία μετατοπίστηκε προς την Κίνα και άλλες ανερχόμενες δυνάμεις.
Ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Goldman Sachs, Τζιμ Ο’Νιλ, υποστηρίζει ότι η καθοδική πορεία ξεκίνησε ουσιαστικά μετά το κραχ του 2008.
Όπως σημειώνει, η Βρετανία έχει παρουσιάσει εξαιρετικά χαμηλή παραγωγικότητα από τότε, γεγονός που συνδέεται με τη στασιμότητα των πραγματικών μισθών και εντείνει το αίσθημα εγκατάλειψης μεγάλου μέρους της κοινωνίας.
Ανάλογη είναι και η εκτίμηση του πρώην επικεφαλής του Institute for Fiscal Studies, Πολ Τζόνσον, ο οποίος θεωρεί ότι τα βαθύτερα προβλήματα της χώρας πηγάζουν από τη χαμηλή ανάπτυξη και τις τεράστιες ανισότητες μεταξύ Λονδίνου και υπόλοιπης Βρετανίας.
Brexit, πανδημία και ενεργειακές κρίσεις
Παρά τα προβλήματα, η Βρετανία εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρά πανεπιστήμια και σημαντική ερευνητική δραστηριότητα, κάτι που της δίνει πιθανότητες να επωφεληθεί από την επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης και των νέων τεχνολογιών — έστω και σε μικρότερη κλίμακα σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Κίνα.
Ωστόσο, η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με αλλεπάλληλα σοκ: το Brexit, τη δύσκολη διαχείριση της πανδημίας, δύο ενεργειακές κρίσεις λόγω των πολέμων στην Ουκρανία και το Ιράν, αλλά και τη γήρανση του πληθυσμού που αυξάνει διαρκώς τις ανάγκες για κοινωνικές δαπάνες και υγεία.
Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία χαμηλής ανάπτυξης και υψηλών κρατικών δαπανών, η οποία αντιμετωπίζεται με ολοένα μεγαλύτερη δυσπιστία από τις διεθνείς αγορές.
Το δημόσιο χρέος συνεχίζει να αυξάνεται, ιδιαίτερα μετά τις τραπεζικές διασώσεις του 2008 και τα μέτρα της πανδημίας, ενώ το κόστος δανεισμού βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Η πρώην πρωθυπουργός Λιζ Τρας το διαπίστωσε με οδυνηρό τρόπο, όταν οι αγορές αντέδρασαν βίαια στο οικονομικό της πρόγραμμα.
Η Βρετανία ως «νέα Ελλάδα»
Η αυξανόμενη απογοήτευση των ψηφοφόρων εξηγεί γιατί οι Βρετανοί γυρίζουν τόσο γρήγορα την πλάτη στους ηγέτες τους.
Μετά την παραίτηση του Ντέιβιντ Κάμερον, έπειτα από το δημοψήφισμα για το Brexit, κανένας πρωθυπουργός δεν κατάφερε να παραμείνει στην εξουσία πάνω από τρία χρόνια.
Ταυτόχρονα, έδαφος κερδίζουν κόμματα που προτείνουν απλές και άμεσες λύσεις — όπως η δραστική μείωση της μετανάστευσης που προωθεί ο Νάιτζελ Φάρατζ ή η βαριά φορολόγηση των πλουσίων που ζητούν οι Πράσινοι.
Κάποτε η Ιταλία θεωρούνταν το απόλυτο παράδειγμα πολιτικής αστάθειας στην Ευρώπη. Σήμερα, όμως, η Τζόρτζια Μελόνι πλησιάζει πέντε χρόνια στην εξουσία, έχοντας δει απέναντί της τέσσερις διαφορετικούς Βρετανούς πρωθυπουργούς.
Ο Ο’Νιλ, μάλιστα, συγκρίνει πλέον τη Βρετανία με την Ελλάδα.
Όπως επισημαίνει, τα βρετανικά δεκαετή ομόλογα έχουν σήμερα υψηλότερες αποδόσεις από τα ελληνικά — κάτι αδιανόητο πριν από λίγα χρόνια.
Και ενώ η Ελλάδα μετά την κρίση χρέους κατάφερε να επιστρέψει σε τροχιά ανάπτυξης, η Βρετανία δείχνει να παραμένει παγιδευμένη.
Κατά τον ίδιο, ίσως χρειαστεί ακόμη και μια σοβαρή χρηματοπιστωτική κρίση για να αναγκαστεί το πολιτικό σύστημα να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα.
Αυτό, ωστόσο, θα απαιτούσε δύσκολες αποφάσεις: περιορισμό δαπανών για το Εθνικό Σύστημα Υγείας ή αλλαγές στο ιδιαίτερα γενναιόδωρο σύστημα αυξήσεων των συντάξεων — επιλογές πολιτικά εξαιρετικά επικίνδυνες.
Γιατί, όπως αναρωτιέται ο ίδιος, «ποιος εγγυάται ότι ο επόμενος πρωθυπουργός δεν θα βρίσκεται στην ίδια ακριβώς θέση μέσα σε έξι μήνες;»
Πηγή: Politico

