Με το ράλι των τιμών του πετρελαίου να συνεχίζεται, η κυβέρνηση Τραμπ φέρεται να εξετάζει ενδεχόμενες επιπτώσεις από την εκτόξευση των τιμών στα διπλάσια, ακόμα και στα 200 δολάρια το βαρέλι, σύμφωνα με το Bloomberg.
Η προσομοίωση των συνεπειών, που θα είχε μια μεγαλύτερη άνοδος των τιμών του πετρελαίου στις προοπτικές ανάπτυξης αποτελεί μέρος των τακτικών αξιολογήσεων που πραγματοποιούνται σε περιόδους έντασης και δεν συνιστά πρόβλεψη, διευκρίνισαν οι ίδιες πηγές, ζητώντας να διατηρήσουν την ανωνυμία τους.
Στόχος της διαδικασίας είναι να διασφαλιστεί ότι η κυβέρνηση είναι προετοιμασμένη για κάθε ενδεχόμενο, συμπεριλαμβανομένης μιας παρατεταμένης σύγκρουσης.
Ακόμη και πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, είχε εκφράσει ανησυχίες ότι η σύγκρουση θα οδηγούσε σε άνοδο των τιμών του πετρελαίου και θα επιβάρυνε την οικονομική ανάπτυξη.
Ανώτερα στελέχη του υπουργείου Οικονομικών έχουν μεταφέρει τις τελευταίες εβδομάδες στον Λευκό Οίκο προβληματισμούς για τις διακυμάνσεις στις τιμές πετρελαίου και βενζίνης.
Ωστόσο, ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Κους Ντεσάι χαρακτήρισε «ανακριβείς» αυτές τις πληροφορίες, τονίζοντας ότι «αν και η κυβέρνηση αξιολογεί διαρκώς διαφορετικά σενάρια τιμών και τις οικονομικές τους επιπτώσεις, δεν εξετάζεται το ενδεχόμενο το πετρέλαιο να φτάσει τα 200 δολάρια το βαρέλι και ο υπουργός Μπέσεντ δεν έχει εκφράσει ανησυχία για τις βραχυπρόθεσμες διαταραχές από την επιχείρηση Epic Fury».
Όπως πρόσθεσε, ο Μπέσεντ έχει επανειλημμένα «εκφράσει την εμπιστοσύνη του, καθώς και της κυβέρνησης, στη μακροπρόθεσμη πορεία της αμερικανικής οικονομίας και των παγκόσμιων ενεργειακών αγορών».
Οι τιμές του πετρελαίου έχουν εκτιναχθεί από τότε που οι ΗΠΑ και το Ισραήλ επιτέθηκαν στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, με το αμερικανικό αργό τύπου West Texas Intermediate να ενισχύεται περίπου κατά 30%, φτάνοντας τα 91 δολάρια το βαρέλι.
Το Brent καταγράφει άνοδο σχεδόν 40% την ίδια περίοδο, διαπραγματευόμενο γύρω στα 102 δολάρια.

