Δραματικές στιγμές εκτυλίχθηκαν στην αίθουσα εκτελέσεων του Riverbend Maximum Security Institution στο Νάσβιλ, όπου η Κρίστα Πάικ παρέμεινε δεμένη στο φορείο για περίπου μία ώρα, καθώς το ιατρικό προσωπικό επιχειρούσε επανειλημμένα να βρει φλέβα για τη χορήγηση της θανατηφόρας ουσίας.
Σύμφωνα με τη New York Post, η οποία επικαλείται τους δικηγόρους της 50χρονης, χρησιμοποιήθηκαν τουλάχιστον επτά βελόνες, ενώ μία από αυτές λύγισε κατά την αφαίρεσή της από το χέρι της. Η διαδικασία εξελίχθηκε σε χάος, με την Πάικ, σύμφωνα με την υπεράσπισή της, να προσπαθεί ακόμη και να βοηθήσει το προσωπικό να εντοπίσει κατάλληλη φλέβα.
«Παρακαλώ, δοκιμάστε πιο ψηλά, στον ώμο μου. Δοκιμάστε εδώ, νομίζω ότι θα είναι εντάξει», φέρεται να έλεγε επανειλημμένα, σύμφωνα με τον δικηγόρο της Στίβεν Φέρελ από το Federal Defender Services of Eastern Tennessee.
«Νιώθω το χέρι μου έτοιμο να εκραγεί»
Η διαδικασία της εκτέλεσης απέτυχε και η Κρίστα Πάικ μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο Vanderbilt University Hospital. Οι δικηγόροι της ανακοίνωσαν την επόμενη ημέρα ότι νοσηλευόταν σε κρίσιμη κατάσταση και λάμβανε υποστήριξη για να κρατηθεί στη ζωή, εκφράζοντας παράλληλα φόβους για πιθανή εγκεφαλική βλάβη.
Κατά τη διάρκεια των επανειλημμένων προσπαθειών για την τοποθέτηση ενδοφλέβιας γραμμής, η Πάικ φέρεται να περιέγραψε έντονο πόνο.
«Νιώθω ότι το χέρι μου είναι έτοιμο να εκραγεί. Ένα σημείο πάλλεται πολύ έντονα», είπε, σύμφωνα με τη δημοσιογράφο του WKRN Τόρι Γκέσνερ, η οποία ήταν παρούσα ως μάρτυρας στη διαδικασία.
Οι συνήγοροί της υποστηρίζουν ότι παρέμεινε ακινητοποιημένη για περίπου μία ώρα, ενώ το προσωπικό επιχειρούσε ξανά και ξανά να αποκτήσει φλεβική πρόσβαση.
Σύμφωνα με την υπεράσπισή της, στην Πάικ χορηγήθηκε δύο φορές πεντοβαρβιτάλη, με κάθε δόση να προορίζεται να είναι θανατηφόρα. Παρά τις προσπάθειες, ωστόσο, η εκτέλεση δεν ολοκληρώθηκε.
Οι δικηγόροι της αποδίδουν την αποτυχία, μεταξύ άλλων, στη δυσκολία εντοπισμού φλεβών και σε προβλήματα του πρωτοκόλλου που, όπως υποστηρίζουν, είχαν επισημάνει πριν από την προγραμματισμένη εκτέλεση.
Ο φόβος της που έγινε πραγματικότητα
Ιδιαίτερη αναφορά κάνουν οι δικηγόροι της Πάικ στον φόβο που είχε εκφράσει πριν από την εκτέλεση ότι το προσωπικό δεν θα μπορούσε να βρει εύκολα φλέβα.
Ο Στίβεν Φέρελ υποστήριξε ότι η παρατεταμένη διαδικασία ήταν ακόμη πιο τραυματική για την κρατούμενη, δεδομένου του ιστορικού σεξουαλικής κακοποίησης που, σύμφωνα με την υπεράσπιση, είχε υποστεί σε νεαρή ηλικία.
Όπως ανέφερε, ένας από τους μεγαλύτερους φόβους της ήταν ακριβώς αυτός: να παραμείνει ακινητοποιημένη για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ θα δέχεται επανειλημμένα τρυπήματα και παρεμβάσεις στο σώμα της.
Μετά την αποτυχημένη διαδικασία, ο κυβερνήτης του Τενεσί Μπιλ Λι ανακοίνωσε την αναστολή των εκτελέσεων και τη διενέργεια «ολοκληρωμένης, ανεξάρτητης επανεξέτασης» των σχετικών διαδικασιών.
Οι δικηγόροι της Πάικ ζητούν πλέον τη μετατροπή της θανατικής ποινής της, υποστηρίζοντας ότι έπειτα από δύο δεκαετίες στην απομόνωση και την αποτυχημένη απόπειρα εκτέλεσής της με θανατηφόρα ένεση, έχει υποστεί εξαιρετικά βαριά τιμωρία.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει συζήτηση στο Τενεσί και για τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται οι εκτελέσεις. Η Ρεπουμπλικανή γερουσιαστής Μάρσα Μπλάκμπερν τάχθηκε υπέρ της επαναφοράς της ηλεκτρικής καρέκλας, ζητώντας να διερευνηθούν τα αίτια της αποτυχίας της διαδικασίας.
Η δολοφονία που την οδήγησε στην πτέρυγα των μελλοθανάτων
Η Κρίστα Πάικ καταδικάστηκε σε θάνατο για τη δολοφονία της 19χρονης Κολίν Σλέμερ τον Ιανουάριο του 1995.
Σύμφωνα με τους εισαγγελείς, η τότε 18χρονη Πάικ, ο 17χρονος σύντροφός της Τάνταριλ Σιπ και η επίσης 18χρονη Σαντόλα Πίτερσον παρέσυραν τη Σλέμερ σε απομονωμένο σημείο στην πανεπιστημιούπολη του University of Tennessee στο Νόξβιλ.
Οι Αρχές ανέφεραν ότι η 19χρονη ξυλοκοπήθηκε και βασανίστηκε πριν δολοφονηθεί, με την επίθεση να διαρκεί τουλάχιστον μισή ώρα.
Η Πάικ καταδικάστηκε σε θάνατο το 1996. Ο Σιπ καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, καθώς ήταν ανήλικος κατά τον χρόνο του εγκλήματος, ενώ η Πίτερσον, η οποία κατέθεσε εναντίον τους, καταδικάστηκε για συνέργεια.

