Η ανάγκη διαμόρφωσης μιας αποτελεσματικής ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής, που θα συνδυάζει την αντιμετώπιση της παράτυπης μετανάστευσης με την ενίσχυση των νόμιμων οδών εισόδου και την προσέλκυση επενδύσεων και ανθρώπινου δυναμικού, βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης με θέμα την προώθηση της περιφερειακής συνεργασίας για την αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων της μετανάστευσης που πραγματοποιήθηκε στο συνέδριο του ECONOMIST με τίτλο “30th Annual Government Roundtable – Progress in an age of upheaval | Geopolitics-Growth-Technology”.
Ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνος Πλεύρης, υποστήριξε ότι η αλλαγή της ευρωπαϊκής στρατηγικής ήδη αποδίδει αποτελέσματα, επικαλούμενος τα τελευταία στοιχεία της Frontex.
«Η αλήθεια είναι ότι η μετανάστευση αποτελεί ένα βασικό κεντρικό θέμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έβλεπα τώρα τα στοιχεία της Frontex, τα οποία δημοσιεύτηκαν πριν από λίγο και στο πρώτο εξάμηνο η Ευρώπη έχει 50.000 παράνομες αφίξεις έναντι 85.000 το πρώτο εξάμηνο του 2025. Τι δείχνει αυτό; Αυτό δείχνει ότι πλέον η σκληρή μεταναστευτική πολιτική έχει αρχίσει να αποδίδει», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Όπως σημείωσε, η συνεργασία της Ελλάδας με την Τουρκία έχει συμβάλει στη σημαντική μείωση των μεταναστευτικών ροών από το Αιγαίο, ενώ συνολικά καταγράφεται αισθητή υποχώρηση των θαλάσσιων αφίξεων, εξέλιξη που αποδίδεται στη μεταστροφή της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να χρειάζεται εργατικό δυναμικό, αλλά μέσω νόμιμων διαδικασιών.
«Θέλουμε να έχουμε νόμιμες οδούς μετανάστευσης. Η Ευρώπη χρειάζεται μεταναστευτικό δυναμικό. Παρουσιάζεται έλλειψη σε πολλούς τομείς που χρειαζόμαστε μετανάστες να τους καλύψουν, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θέλουμε τα κυκλώματα και οι λαθροδιακινητές να κατευθύνουν τις μεταναστευτικές ροές στην Ευρώπη», τόνισε.
Ο υπουργός στάθηκε ιδιαίτερα στην εφαρμογή του νέου Συμφώνου Μετανάστευσης και Ασύλου, υπογραμμίζοντας την ανάγκη αύξησης των επιστροφών όσων δεν δικαιούνται διεθνή προστασία.
«Δεν είναι ταμπού να μιλάμε για επιστροφές. Η λογική του ασύλου είναι ότι κάποιος που δεν δικαιούται άσυλο θα πρέπει να επιστρέφει στη χώρα καταγωγής του», ανέφερε.
Παράλληλα, έθεσε το ζήτημα της δυνατότητας ενσωμάτωσης των μεταναστευτικών πληθυσμών στις ευρωπαϊκές κοινωνίες.
«Θα πρέπει κάποια στιγμή να μιλήσουμε με ειλικρίνεια στην Ευρώπη και κατά πόσο έχει την ικανότητα η Ευρώπη να αφομοιώνει και να απορροφά άλλους πληθυσμούς», είπε, προσθέτοντας ότι όσοι επιλέγουν να εγκατασταθούν στην Ευρώπη «πρέπει να αποδεχτούν και να ενταχθούν στον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής».
Στη δεύτερη παρέμβασή του, ο κ. Πλεύρης ανέφερε ότι η αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων της μετανάστευσης δεν αναιρεί την ανάγκη αποτελεσματικής φύλαξης των συνόρων.
«Το να προσπαθήσεις να στηρίξεις τις χώρες και να βρεις τις αιτίες της μετανάστευσης δεν είναι αντίθετο με το να προσπαθείς να έχεις και μια σκληρή μεταναστευτική πολιτική», δήλωσε.
Παρουσιάζοντας την ελληνική πολιτική, εξήγησε ότι οι αιτούντες άσυλο που έχουν προσφυγικό προφίλ κατευθύνονται σε περιοχές όπου υπάρχουν ανάγκες στην αγορά εργασίας, ενώ όσοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις προστασίας παραμένουν σε κλειστές δομές μέχρι την επιστροφή τους στις χώρες προέλευσής τους. Όπως ανέφερε, στόχος είναι να συνδυαστεί η πραγματική ένταξη όσων δικαιούνται άσυλο με την αποτελεσματική εφαρμογή των επιστροφών για όσους δεν το δικαιούνται.
Από την πλευρά του, ο Γενικός Διευθυντής Λειτουργίας (Chief Operating Officer) της Henley & Partners, Στέφαν Κράους, ανέπτυξε μια διαφορετική διάσταση της μεταναστευτικής πολιτικής, επισημαίνοντας ότι, παράλληλα με τη διαχείριση της παράτυπης μετανάστευσης, η Ευρώπη οφείλει να ενισχύσει τις νόμιμες οδούς προσέλκυσης επενδυτών, επιχειρηματιών και υψηλής εξειδίκευσης ανθρώπινου δυναμικού.
«Παράλληλα με τις μεταναστευτικές ροές που η Ευρώπη καλείται να διαχειριστεί με ανθρωπιά και αποφασιστικότητα, υπάρχει και μια άλλη μορφή μετανάστευσης, την οποία η περιοχή θα πρέπει να ενθαρρύνει ενεργά: τη μετανάστευση εύπορων και ταλαντούχων ανθρώπων μέσω προγραμμάτων διαμονής, τα οποία είναι οργανωμένα, νόμιμα, υπόκεινται σε αυστηρούς ελέγχους και αποφέρουν σημαντικά οικονομικά οφέλη στις χώρες που τους υποδέχονται», υπογράμμισε.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε την Ελλάδα, επισημαίνοντας ότι το πρόγραμμα Golden Visa έχει προσελκύσει σημαντικά κεφάλαια, συμβάλλοντας στην αναζωογόνηση περιοχών της Αθήνας, αλλά και στην ενίσχυση της αγοράς ακινήτων, του τουρισμού, των τραπεζικών υπηρεσιών, της εκπαίδευσης και των επαγγελματικών υπηρεσιών.
Αναφερόμενος στο προφίλ των επενδυτών που επιλέγουν την Ευρώπη, σημείωσε ότι «πρόκειται κυρίως για επιχειρηματίες, ιδρυτές εταιρειών, επενδυτές και καταξιωμένους επαγγελματίες που φέρνουν πολύτιμη τεχνογνωσία και διεθνείς διασυνδέσεις στις χώρες όπου εγκαθίστανται. Αυτό ακριβώς είναι το επίπεδο του διεθνώς συνδεδεμένου και καινοτόμου ανθρώπινου δυναμικού που θα πρέπει να επιδιώκει να προσελκύσει η Ευρώπη».
Όπως τόνισε, η Ευρώπη διαθέτει όλα τα συγκριτικά πλεονεκτήματα για να προσελκύσει αυτό το ανθρώπινο δυναμικό, καθώς προσφέρει κράτος δικαίου, πολιτική σταθερότητα, υψηλής ποιότητας υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης και υψηλό επίπεδο ζωής.
Ο κ. Κράους υποστήριξε ότι, παρά τις συζητήσεις για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, η ίδια η επιλογή εύπορων οικογενειών να εγκατασταθούν στην ευρωπαϊκή ήπειρο αποτελεί ένδειξη εμπιστοσύνης.
«Οι πελάτες μας προέρχονται από κάθε γωνιά του κόσμου και ολοένα περισσότεροι από τις Ηνωμένες Πολιτείες, που αποτελούν πλέον τη μεγαλύτερη αγορά μας. Σχεδόν οι μισές αιτήσεις Αμερικανών κατευθύνονται σε ευρωπαϊκά προγράμματα. Τους προσελκύουν το κράτος δικαίου, η πολιτική σταθερότητα, η προσωπική ελευθερία, η υψηλού επιπέδου υγεία και εκπαίδευση και η ποιότητα ζωής. Τη στιγμή που η Ευρώπη αμφισβητεί τη δική της ανταγωνιστικότητα, το γεγονός ότι τόσες επιτυχημένες οικογένειες επιλέγουν την Ευρώπη για τις αξίες της όσο και για τις ευκαιρίες που προσφέρει αποτελεί στην πραγματικότητα μια ψήφο εμπιστοσύνης» τόνισε.
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο κ. Κράους επισήμανε ότι «η αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων της παράτυπης μετανάστευσης και η προσέλκυση διεθνούς ταλέντου και επενδύσεων δεν αποτελούν ανταγωνιστικές πολιτικές. Αντίθετα, είναι δύο συμπληρωματικοί πυλώνες μιας ισχυρής ευρωπαϊκής πολιτικής για τη μετανάστευση και τις επενδύσεις».
Στη συζήτηση συμμετείχε επίσης ο Συνήγορος του Πολίτη της Ουκρανίας, Ντμίτρο Λουμπινέτς, ο οποίος παρουσίασε στοιχεία για τις τεράστιες πληθυσμιακές μετακινήσεις που έχει προκαλέσει ο πόλεμος, σημειώνοντας ότι περίπου 8,6 εκατομμύρια Ουκρανοί βρίσκονται εκτός της χώρας και περίπου τέσσερα εκατομμύρια τελούν υπό καθεστώς προσωρινής προστασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο κ. Λουμπινέτς υπογράμμισε ότι η συνέχιση της ευρωπαϊκής στήριξης προς την Ουκρανία δεν αποτελεί πράξη φιλανθρωπίας, αλλά επένδυση στην ασφάλεια της ίδιας της Ευρώπης, τονίζοντας ότι όσο ο πόλεμος συνεχίζεται απαιτείται η διατήρηση της προσωρινής προστασίας για τις ευάλωτες ομάδες και η περαιτέρω ενίσχυση της χώρας απέναντι στη ρωσική εισβολή.
Από την πλευρά του, ο πρώην αξιωματούχος του Λευκού Οίκου, Τζον Ντότσενμπεργκ, επισήμανε ότι τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η Ευρώπη θα πρέπει να επενδύσουν περισσότερο στην αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων της μετανάστευσης, αντί να περιορίζονται αποκλειστικά στην αποτροπή των μεταναστευτικών ροών. Όπως ανέφερε, απαιτείται μεγαλύτερη πολιτική βούληση για τη σταθεροποίηση των χωρών προέλευσης και την εξάλειψη των παραγόντων που ωθούν τους ανθρώπους να εγκαταλείπουν τις πατρίδες τους.

