Δύο κορυφαίες αμερικανικές εφημερίδες και στη μέση ο Πρόεδρος των ΗΠΑ.
Εντύπωση προκαλεί το πρόσφατο άρθρο στην Wall Street journal, όπου οι υπογράφοντες ασκούν κριτική στους τίτλους και το περιεχόμενο των New York Times, σχετικά με την -άδικη και καθόλου αντικειμενική, όπως κρίνουν- αρθρογραφία της νεοϋορκέζικης εφημερίδας σχετικά με τη στρατηγική Τραμπ στον Πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Οι συντάκτες του άρθρου δεν είναι δημοσιογράφοι.
Ο Mark Penn ήταν δημοσκόπος και σύμβουλος των Μπιλ και Χίλαρι Κλίντον, 1995-2008. Είναι πρόεδρος της Harris Poll και CEO της Stagwell Inc. Ο Andrew Stein διετέλεσε πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου της Νέας Υόρκης, 1986-93.
Οι δυο τους γράφουν στο άρθρο της Wall Street Journal:
Οι διαμαρτυρίες του Προέδρου Τραμπ για την κάλυψη του πολέμου με το Ιράν από τα ΜΜΕ είναι προβλέψιμες και απολύτως δικαιολογημένες.
Δείτε τι γράφουν οι κυριακάτικοι Times:
«Ο Πόλεμος Στέλνει Περισσότερους Τριγμούς σε μια Ταραγμένη Παγκόσμια Οικονομία», γράφει τίτλος στην κορυφή της πρώτης σελίδας, με υποτίτλο που εικάζει: «Οι Συνέπειες από Παρατεταμένη Σύγκρουση με το Ιράν Θα Μπορούσαν να Φέρουν Καταστροφικές Συνέπειες». Μεταξύ των καταστροφών που αναφέρει το άρθρο: «Στην Κένυα, οι καλλιεργητές και έμποροι τσαγιού ανησυχούν ότι οι εξαγωγές τους προς το Ιράν θα σαπίσουν στα λιμάνια». Η άλλη είδηση στην πρώτη σελίδα είναι κριτική προς τον υπουργό Άμυνας: «Η Εκδικητική Ρητορική του Χέγκσεθ Προήλθε από την Εμπειρία του στο Ιράκ».
Στο εσωτερικό της εφημερίδας υπάρχουν άλλες έξι σελίδες με πολεμικούς τίτλους, σχεδόν όλοι αμείλικτα αρνητικοί. Υπάρχουν περιφρονητικά άρθρα για τον υπουργό Εξωτερικών («Για τον Τραμπ και τον Ρούμπιο, Είναι Καταστροφή και Διαπραγμάτευση») όπως και για τον κεντρικό σύμμαχο των ΗΠΑ («Η Συμμαχία Πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ Αναδιαμορφώνει τη Μέση Ανατολή, αλλά Φέρνει Κινδύνους» και «Ο Νετανιάχου Έχει τον Πόλεμο που Πάντα Ήθελε, αλλά με τους Όρους του Τραμπ»). Υπάρχει περισσότερη οικονομική απαισιοδοξία («Τα Κατασχεμένα Πετρελαιοφόρα Κοστίζουν στις ΗΠΑ Δεκάδες Εκατομμύρια» και «Η Άνοδος των Τιμών του Πετρελαίου Ταράζει την Αδύναμη Οικονομία του Πακιστάν»).
Η μεγαλύτερη είδηση του Σαββάτου ήταν η αμερικανική επίθεση στο νησί Χαργκ, τον κύριο κόμβο εξαγωγής πετρελαίου του Ιράν. Ο πρόεδρος δήλωσε ότι η επιδρομή «ολοκληρωτικά εξολόθρευσε» στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο νησί και ότι αποφάσισε να μην πλήξει τις πετρελαϊκές υποδομές. Είναι σαφές ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να τις χτυπήσουν και να προκαλέσουν πολύ μεγαλύτερη ζημιά. Ο τίτλος των Times παρουσίασε την επιδρομή ως αναποτελεσματική: «Το Ιράν Εμμένει στον Αποκλεισμό του Ορμούζ Παρά την Αμερικανική Επίθεση στο Χαργκ». Ο μόνος θετικός τίτλος στην εφημερίδα: «Για να Αντιμετωπίσουν τα UAV του Ιράν, οι ΗΠΑ Χρησιμοποιούν Γνώσεις που Κερδήθηκαν με Δυσκολία στην Ουκρανία».
Όπως και οι Times, μεγάλο μέρος των ΜΜΕ φαίνεται αποφασισμένο να προωθήσει μια αφήγηση ότι ο κ. Τραμπ κάνει λάθος σε όλα και ότι οι ΗΠΑ δέχονται συντριπτική ήττα από μια ισχυρή ιρανική πολεμική μηχανή που πέρασε επιτυχώς σε νέα ηγεσία.
Οι δημοσιογράφοι έχουν δικαίωμα και καθήκον να αναφέρουν κακά νέα και να αμφισβητούν τις υπεραισιόδοξες αναφορές της αμερικανικής κυβέρνησης. Αλλά πολλοί, φαίνεται να πηγαίνουν πέρα από αυτό και να εύχονται να χάσει η Αμερική — η οποία τάσσεται εναντίον ενός εχθρού, ενός κράτους που είναι ο μεγαλύτερος χορηγός τρομοκρατίας στον κόσμο, που έχει σκοτώσει χιλιάδες άοπλους διαδηλωτές, και που συσσώρευσε χιλιάδες βαλλιστικούς πυραύλους ενώ αναζητούσε πυρηνικά όπλα, τα οποία οι ηγέτες του έχουν υποσχεθεί να χρησιμοποιήσουν εναντίον των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Σε μεγάλο βαθμό απουσιάζουν ακόμα και οι πιο βασικές ειδήσεις για τις απώλειες του Ιράν και τη μοίρα της ηγεσίας τους. Γιατί; Αυτό που φαίνεται να οδηγεί την κάλυψη είναι η δημοσιογραφική, κομματική μεροληψία και η αποφασιστικότητα των Δημοκρατικών να αντιτίθενται σε αυτόν τον πρόεδρο ό,τι κι αν κάνει.
*Η Wall Street Journal εκδίδεται από εταιρία του μεγιστάνα του Τύπου, Ρόμπερτ Μέρντοχ.
** Το συγκεκριμένο άρθρο κοινοποίησε μεταξύ άλλων στα social media, η εκπρόσωπος Τύπου του Τραμπ, Κάρολαιν Λέβιτ.

