Διασώστες και εθελοντές συνεχίζουν να αναζητούν επιζώντες στα συντρίμμια, μετά τον πιο ισχυρό σεισμό που σημειώθηκε στην Κολομβία την τελευταία δεκαετία.
Βίντεο που διαδόθηκαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μετά τον σεισμό στην Κολομβία, αποτυπώνουν το μέγεθος της καταστροφής, την ώρα που εθελοντές και διασώστες ψάχνουν για επιζώντες στα χαλάσματα.
Ωστόσο, ο σεισμός στην Κολομβία δεν οφείλει την καταστροφικότητά του μόνο στο μέγεθός του. Σύμφωνα με τον Ryan Hoult, ανώτερο λέκτορα Δομοστατικής και Αντισεισμικής Μηχανικής στο Πανεπιστήμιο του Νιούκαστλ της Αυστραλίας, σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι κατασκευαστικές πρακτικές που εφαρμόζονται επί δεκαετίες στη χώρα της Λατινικής Αμερικής.
Γιατί κατέρρευσαν τόσα πολλά κτίρια
Σε ανάλυσή του στο The Conversation, ο Hoult, ο οποίος έχει ερευνήσει επί χρόνια τη συμπεριφορά κτιρίων από μπετόν αρμέ στην Κολομβία, εξηγεί ότι η κατάρρευση τόσων πολλών κτιρίων δεν αποτέλεσε έκπληξη για την επιστημονική κοινότητα.
Así colapsó parte del Hospital Universitario de Cali, una de las ciudades más golpeadas por el sismo. #Colombia #Terremoto pic.twitter.com/1q3VRRUVzH
— Cristian Crespo F. 🇨🇺 (@cristiancrespoj) August 10, 2026
Ο σεισμός σημειώθηκε κοντά στην περιοχή Σαν Χοσέ ντελ Παλμάρ, στην επαρχία Τσοκό, προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές στις πόλεις Κάλι, Μανισάλες και Περέιρα. Οι αρχές συνεχίζουν τις επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης, ενώ ο αριθμός των θυμάτων εκτιμάται ότι θα αυξηθεί καθώς ανασύρονται εγκλωβισμένοι από τα συντρίμμια.
Σύμφωνα με το Γεωλογικό Ινστιτούτο των ΗΠΑ (USGS), ο σεισμός προκλήθηκε από οριζόντια μετατόπιση δύο τεκτονικών πλακών σε εστιακό βάθος περίπου 110 χιλιομέτρων.
Όπως εξηγεί ο Hoult, στα περισσότερα σύγχρονα κτίρια οι πλάκες, οι δοκοί και οι κολόνες αναλαμβάνουν τα κατακόρυφα φορτία, όμως για να αντέξουν σε σεισμούς απαιτούνται ισχυρά τοιχώματα από οπλισμένο σκυρόδεμα (μπετόν αρμέ), που αντιστέκονται στις οριζόντιες δυνάμεις.
Στην Κολομβία, όμως, πολλά κτίρια κατασκευάζονται με ιδιαίτερα λεπτά τοιχώματα πάχους μόλις 7 έως 10 εκατοστών. Επιπλέον, διαθέτουν μόνο μία στρώση χαλύβδινου οπλισμού, συνήθως συγκολλημένο μεταλλικό πλέγμα, το οποίο, σύμφωνα με τον ερευνητή, είναι εύθραυστο και μπορεί να αστοχήσει γρήγορα όταν δεχθεί μεγάλες σεισμικές καταπονήσεις.
Το μικρό πάχος των τοιχωμάτων καθιστά επίσης σχεδόν αδύνατη την τοποθέτηση επιπλέον χαλύβδινων συνδετήρων στις άκρες τους, στοιχείο που περιορίζει τη σύνθλιψη του σκυροδέματος κατά τη διάρκεια ενός ισχυρού σεισμού. Μάλιστα, οι συγκεκριμένες ενισχύσεις δεν απαιτούνται από τους ισχύοντες οικοδομικούς κανονισμούς της χώρας.
Manizales, Colombia. Terremoto. pic.twitter.com/BzKcaWIHm1
— Jupac (@Jupacg) August 10, 2026
Τα πειράματα που προειδοποιούσαν
Ο Hoult και ερευνητές από τρία πανεπιστήμια της Κολομβίας πραγματοποίησαν πειράματα πλήρους κλίμακας στο Εργαστήριο Αντισεισμικής Μηχανικής και Δομικής Δυναμικής της Ομοσπονδιακής Πολυτεχνικής Σχολής της Λωζάνης (EPFL), κατασκευάζοντας τοιχώματα με τις ίδιες ακριβώς προδιαγραφές που χρησιμοποιούνται συνήθως στην Κολομβία.
Στόχος ήταν να διαπιστώσουν πώς συμπεριφέρονται όταν υποβάλλονται στις δυνάμεις ενός ισχυρού σεισμού, εξάγοντας στη συνέχεια και τα σχετικά συμπεράσματα. Ειδικότερα, προέκυψε ότι σ’ ένα σωστά σχεδιασμένο αντισεισμικό τοίχωμα δημιουργούνται πολλές μικρές ρωγμές που κατανέμουν τις τάσεις. Αντίθετα, διαπίστωσαν ότι όταν ο οπλισμός είναι ανεπαρκής, σχηματίζεται μία μεγάλη ρωγμή που συγκεντρώνει όλη την καταπόνηση, με αποτέλεσμα να σπάνε οι χαλύβδινες ράβδοι και το τοίχωμα να καταρρέει.
Ακόμη όμως και όταν υπήρχε περισσότερο ατσάλι, τα τόσο λεπτά τοιχώματα εξακολουθούσαν να μην διαθέτουν την απαιτούμενη αντοχή για να επιβιώσουν από έντονη σεισμική δόνηση.
Σύμφωνα με τον ερευνητή, αυτή η πρακτική δεν περιορίζεται σε μεμονωμένα κτίρια αλλά αποτελεί διαδεδομένη μέθοδο κατασκευής σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Χαρακτηριστική είναι έρευνα του 2018 σε εννέα κτίρια της πόλης Κάλι, σύμφωνα με την οποία το 90% διέθετε τοιχώματα με μία μόνο στρώση οπλισμού, ενώ το 30% είχε πάχος μόλις 10 εκατοστών ή και μικρότερο.

