Παρότι ο Ντόναλντ Τραμπ παρουσιάζει τη συμφωνία με το Ιράν και την προσωρινή παύση των εχθροπραξιών ως μεγάλη επιτυχία για τις ΗΠΑ, τα οικονομικά και στρατηγικά δεδομένα δείχνουν μια πιο σύνθετη εικόνα.
Σύμφωνα με ανάλυση του Center for Strategic and International Studies (CSIS), το άμεσο κόστος του πολέμου για το αμερικανικό Πεντάγωνο υπολογίζεται περίπου στα 40 δισ. δολάρια. Το ποσό αφορά πυρομαχικά, καταστροφή εξοπλισμού και ζημιές σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις, χωρίς να περιλαμβάνει πολλές επιχειρησιακές δαπάνες που έχουν ήδη ενσωματωθεί στον αμυντικό προϋπολογισμό.
Η μεγαλύτερη επιβάρυνση προήλθε από τη χρήση πυραύλων και άλλων προηγμένων οπλικών συστημάτων. Μόνο για πυρομαχικά εκτιμάται ότι δαπανήθηκαν περίπου 26 δισ. δολάρια. Οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν μαζικά πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς, όπως οι Tomahawk, οι οποίοι κοστίζουν περίπου 2,5 εκατ. δολάρια ο καθένας.
Πίεση στα αμερικανικά οπλοστάσια
Η σύγκρουση οδήγησε σε σημαντική μείωση αποθεμάτων κρίσιμων πυραυλικών συστημάτων. Η αμερικανική κυβέρνηση ενεργοποίησε ακόμη και τον Defense Production Act, προκειμένου να επιταχυνθεί η παραγωγή νέων όπλων από τη βιομηχανία άμυνας.
Παράλληλα, το Πεντάγωνο έχει ζητήσει επιπλέον χρηματοδότηση 80 δισ. δολαρίων, εκ των οποίων περίπου 20 δισ. συνδέονται άμεσα με τις ανάγκες που δημιούργησε ο πόλεμος.
Ακριβότερα καύσιμα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις
Η σύγκρουση είχε άμεσο αντίκτυπο στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Οι τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ ξεπέρασαν για μεγάλο διάστημα τα 4 δολάρια ανά γαλόνι, από επίπεδα κάτω των 3 δολαρίων πριν από τον πόλεμο.
Υπολογίζεται ότι τα αμερικανικά νοικοκυριά κατέβαλαν κατά μέσο όρο περισσότερα από 250 δολάρια επιπλέον για ενεργειακές δαπάνες σε σχέση με ένα σενάριο χωρίς πόλεμο.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η επίπτωση στο ντίζελ, το οποίο επηρεάζει άμεσα μεταφορές, αγροτική παραγωγή και εφοδιαστική αλυσίδα. Οι επιπλέον δαπάνες για ντίζελ εκτιμώνται σε πάνω από 27 δισ. δολάρια.
Η αύξηση των τιμών επηρέασε επίσης το κόστος των λιπασμάτων, δημιουργώντας ανησυχίες για μελλοντικές πιέσεις στον αγροτικό τομέα.
Ιστορικά χαμηλά στα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου
Τα αμερικανικά στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου έχουν υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1983. Η μείωση αποδίδεται τόσο στις αποδεσμεύσεις πετρελαίου που πραγματοποιήθηκαν μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία όσο και στις ανάγκες που προέκυψαν από τη σύγκρουση με το Ιράν.
Την ίδια στιγμή, η παγκόσμια αγορά έχασε περίπου 1,15 δισ. βαρέλια προσφοράς πετρελαίου κατά τη διάρκεια της κρίσης, οδηγώντας πολλές χώρες και εταιρείες στην αξιοποίηση στρατηγικών αποθεμάτων.
Πληθωρισμός και επιτόκια
Η άνοδος των τιμών ενέργειας συνέβαλε στην επιτάχυνση του πληθωρισμού στις ΗΠΑ, ο οποίος ξεπέρασε το 4% σε ετήσια βάση για πρώτη φορά εδώ και τρία χρόνια.
Η εξέλιξη αυτή δυσκολεύει τη μείωση των επιτοκίων από τη Federal Reserve και διατηρεί υψηλό το κόστος δανεισμού για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Παράλληλα, οι αυξημένες αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έχουν κρατήσει σε υψηλά επίπεδα και τα στεγαστικά επιτόκια, επιβαρύνοντας περαιτέρω την αγορά κατοικίας.
Μικτή εικόνα για την οικονομία
Παρά τις πιέσεις από τον πληθωρισμό και τα καύσιμα, οι αμερικανικές χρηματιστηριακές αγορές συνέχισαν να καταγράφουν ιστορικά υψηλά επίπεδα, με τη στήριξη επενδυτών και νέων εισαγωγών μεγάλων εταιρειών τεχνολογίας και τεχνητής νοημοσύνης.
Ωστόσο, η καταναλωτική εμπιστοσύνη παραμένει χαμηλή σε ιστορική βάση, παρά τη μικρή βελτίωση που σημειώθηκε τον Ιούνιο.
Η πολιτική επίπτωση για τον Τραμπ
Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις που επικαλείται το άρθρο, η δημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ παραμένει χαμηλή. Περίπου το 37% των Αμερικανών εγκρίνει συνολικά το έργο του, ενώ ακόμη χαμηλότερα είναι τα ποσοστά αποδοχής για τη διαχείριση της οικονομίας και του πολέμου με το Ιράν.
Έτσι, παρά τους ισχυρισμούς του Λευκού Οίκου περί στρατηγικής νίκης, τα οικονομικά δεδομένα δείχνουν ότι η σύγκρουση άφησε σημαντικό κόστος τόσο στον αμερικανικό κρατικό προϋπολογισμό όσο και στην καθημερινότητα των πολιτών.
Πηγή: CNN

