Οι υποθέσεις διαφθοράς συνεχίζουν να ασκούν ασφυκτική πίεση στον Ισπανό πρωθυπουργό, Πέδρο Σάντσεθ, καθώς ο πρώην υπουργός Μεταφορών και στενός πολιτικός του σύμμαχος, Χοσέ Λουίς Άμπαλος, καταδικάστηκε τη Δευτέρα σε 24 χρόνια κάθειρξης για χειραγώγηση δημόσιων συμβάσεων προμήθειας μασκών και άλλου υγειονομικού υλικού, με αντάλλαγμα μίζες κατά τη διάρκεια της πανδημίας Covid-19.
Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ισπανίας έκρινε τον πρώην υπουργό ένοχο για δωροδοκία, υπεξαίρεση, άσκηση αθέμιτης επιρροής και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση. Παράλληλα, ο πρώην σύμβουλός του, Κόλδο Γκαρθία, καταδικάστηκε σε 19 χρόνια φυλάκισης για τον ρόλο του στο ίδιο κύκλωμα.
Αντίθετα, σε μια εξέλιξη που προκάλεσε αίσθηση, το δικαστήριο ανέστειλε την ποινή φυλάκισης τεσσεράμισι ετών και το πρόστιμο 3,7 εκατ. ευρώ που είχε επιβληθεί στον επιχειρηματία Βίκτορ ντε Αλντάμα, επικαλούμενο τη συνεργασία του με τις εισαγγελικές αρχές και την παροχή κρίσιμων εγγράφων για τη λειτουργία του δικτύου διαφθοράς.
Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο επιχειρηματίας υποστήριξε ότι μέρος των παράνομων κερδών κατέληξε στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, επιχειρώντας μάλιστα να εμπλέξει και τον ίδιο τον πρωθυπουργό. Ωστόσο, δεν προσκόμισε στοιχεία που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του.
Επικρίνοντας την επιεική μεταχείριση του Αλντάμα, ο υπουργός Μεταφορών της Ισπανίας, Óscar Puente, σχολίασε σκωπτικά μέσω X: «Βλέπετε παιδιά; Αν διαπράξετε εγκλήματα αλλά μετά συνεργαστείτε, η συγχώρεση θα έρθει. Δεν θα πάτε καν φυλακή».
Η καταδίκη του Άμπαλος αποτελεί σοβαρό πολιτικό πλήγμα για τον Σάντσεθ, ο οποίος τον είχε αναδείξει σε κορυφαία κομματικά και κυβερνητικά αξιώματα τόσο στο Σοσιαλιστικό Κόμμα όσο και στις δύο πρώτες κυβερνήσεις του. Ο Ισπανός πρωθυπουργός δυσκολεύεται πλέον να αποστασιοποιηθεί από μια σειρά υποθέσεων διαφθοράς που αφορούν στενούς πολιτικούς συνεργάτες, συγγενείς και πρόσωπα του στενού του περιβάλλοντος.
Λίγο μετά την ανακοίνωση της απόφασης, ο αρχηγός του συντηρητικού Λαϊκού Κόμματος, Alberto Núñez Feijóo, ζήτησε την παραίτηση του πρωθυπουργού.
«Ο πρωθυπουργός φέρει πολιτική ευθύνη για τη διαφθορά των υπουργών του. Ο πιο έμπιστος συνεργάτης του, ο άνθρωπος που υπηρέτησε το καθεστώς Σάντσεθ, καταδικάστηκε», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Παρότι εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά του Σάντσεθ, ο Φεϊχόο ξεκαθάρισε ότι δεν θα καταθέσει πρόταση μομφής, καθώς θεωρεί απίθανο να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ο Ισπανός πρωθυπουργός έχει ήδη δηλώσει ότι σκοπεύει να παραμείνει στην εξουσία έως το 2027, οπότε λήγει η τρέχουσα κοινοβουλευτική θητεία.
Ωστόσο, ακόμη και σύμμαχοι της κυβέρνησης εκφράζουν πλέον αμφιβολίες. Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Ρεπουμπλικανικής Αριστεράς της Καταλονίας, Γκαμπριέλ Ρουφιάν, διερωτήθηκε δημόσια κατά πόσο έχει νόημα η παραμονή του Σάντσεθ στην εξουσία, τη στιγμή που το κόμμα του συνδέεται ολοένα και περισσότερο με υποθέσεις διαφθοράς.
«Ποιο το νόημα να αντιστέκεσαι απλώς για να αντιστέκεσαι; Η διακυβέρνηση σημαίνει νομοθέτηση, όχι επιβίωση», ανέφερε σε ανάρτησή του.
Ο στενός σύμμαχος που μετατράπηκε σε πολιτικό βάρος
Ο Άβαλος θεωρούνταν επί χρόνια ένας από τους πιο έμπιστους συνεργάτες του Σάντσεθ. Όταν ο τελευταίος εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από την ηγεσία των Σοσιαλιστών το 2016, ο Άμπαλος παρέμεινε στο πλευρό του και τον συνόδευσε στην εσωκομματική εκστρατεία επιστροφής του.
Μετά την επανεκλογή του Σάντσεθ στην ηγεσία του κόμματος το 2017, ο Άμπαλος ανέλαβε κομβικό κομματικό ρόλο και εκφώνησε την εμβληματική ομιλία κατά της διαφθοράς που προηγήθηκε της ανατροπής του τότε πρωθυπουργού Mariano Rajoy το 2018.
Ως υπουργός Μεταφορών, είχε την ευθύνη διαχείρισης ορισμένων από τις πιο μεγάλες και προσοδοφόρες δημόσιες συμβάσεις της χώρας. Σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου, χρησιμοποίησε παράνομα χρήματα για την ενοικίαση και αγορά ακινήτων, καθώς και για την κάλυψη προσωπικών εξόδων.
Ο Σάντσεθ επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από τον πρώην υπουργό ήδη από το 2021, όταν εκείνος αποχώρησε από την κυβέρνηση και την ηγεσία του κόμματος. Μετά την προφυλάκισή του νωρίτερα φέτος, ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι, παρότι τον εμπιστευόταν πολιτικά, «σε προσωπικό επίπεδο ήταν ένας εντελώς άγνωστος άνθρωπος».
Οι δηλώσεις αυτές, ωστόσο, δεν κατάφεραν να περιορίσουν την αίσθηση διαφθοράς που βαραίνει το κυβερνών Σοσιαλιστικό Κόμμα και το στενό περιβάλλον του πρωθυπουργού. Το κλίμα επιβαρύνθηκε ακόμη περισσότερο μετά την πρόσφατη παραπομπή του πρώην πρωθυπουργού José Luis Rodríguez Zapatero για ξέπλυμα χρήματος, άσκηση αθέμιτης επιρροής και άλλα αδικήματα, καθώς και μετά την έφοδο των αρχών στα κεντρικά γραφεία του κόμματος στο πλαίσιο ξεχωριστής έρευνας για απάτη.
Ο Θαπατέρο αρνήθηκε κάθε κατηγορία κατά την ακροαματική διαδικασία της περασμένης εβδομάδας, δηλώνοντας ότι θα δώσει όλες τις απαραίτητες εξηγήσεις για να αποδείξει την «εντιμότητα και ακεραιότητά» του.
Η απόφαση της Δευτέρας αφορά μόνο το πρώτο σκέλος μιας ευρύτερης υπόθεσης που συνδέεται με τους Άβαλος και Γκαρθία. Παράλληλα, η Εθνική Δικαιοσύνη της Ισπανίας εξετάζει ξεχωριστή δικογραφία για φερόμενες παρατυπίες σε δημόσια έργα και συμβάσεις, στην οποία εμπλέκεται και ο πρώην ισχυρός παράγοντας των Σοσιαλιστών, Σάντος Θερδάν.
Σε ανακοίνωσή του, το γραφείο του πρωθυπουργού υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση «εκφράζει την ξεκάθαρη αποδοκιμασία της για συμπεριφορές που παραβιάζουν κατάφωρα τις αρχές της δημόσιας ζωής» και διαβεβαίωσε ότι παραμένει προσηλωμένη «στην οικοδόμηση μιας υποδειγματικής Ισπανίας, όπου η διαφθορά ούτε επιβραβεύεται ούτε γίνεται ανεκτή».

