✍️Χαρά Αλτούνη, τ. Γραμματέας ΠΑΣΠ Γεωπονίας ΠΔΜ, Μέλος της Νέας Γενιάς ΠΑΣΟΚ- Κίνημα Αλλαγής
Η διαφάνεια και η καταπολέμηση της διαφθοράς αποτελούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις για τη λειτουργία ενός δημοκρατικού κράτους. Δεν πρόκειται για τεχνικά ή δευτερεύοντα ζητήματα δημόσιας διοίκησης, αλλά για τον ίδιο τον πυρήνα της εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και θεσμών. Όταν η διαφάνεια υποχωρεί, η πολιτική νομιμοποίηση αποδυναμώνεται. Όταν η διαφθορά γίνεται αντιληπτή ως ανεκτή ή συστηματική, τότε πλήττεται η αξιοπιστία του κράτους στο σύνολό του.
Η διαφθορά δεν εμφανίζεται πάντα με τη μορφή μεγάλων σκανδάλων ( εκτός αν ζεις επι ημερών Μητσοτάκη). Συχνά αναπτύσσεται σταδιακά, μέσα από καθημερινές πρακτικές που παρεκκλίνουν από τους κανόνες: αδιαφανείς διαδικασίες, ανεπαρκή έλεγχο, συγκεντρωτισμό εξουσιών και περιορισμένη λογοδοσία. Σε τέτοια περιβάλλοντα, οι θεσμοί χάνουν τη λειτουργική τους ουδετερότητα και σταδιακά δημιουργείται η αίσθηση ότι οι κανόνες δεν εφαρμόζονται ισότιμα για όλους.
Ετσι λοιπόν η πολιτική συγκυρία που διαμορφώνεται στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια δεν μπορεί να ερμηνευτεί μέσα από μεμονωμένα γεγονότα. Αντίθετα, απαιτεί μια συνολική ανάγνωση των εξελίξεων που αφορούν τη λειτουργία των θεσμών, τη διαχείριση της εξουσίας και τη σχέση κράτους–πολίτη. Και σε αυτή τη συνολική εικόνα, τα ζητήματα διαφάνειας και λογοδοσίας επανέρχονται με τρόπο επίμονο και συστηματικό.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν αποτελεί ένα απλό διοικητικό θέμα. Αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται η χώρα ευρωπαϊκούς πόρους, δηλαδή δημόσιο χρήμα που συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη, την παραγωγή και την περιφερειακή συνοχή. Το γεγονός ότι η διερεύνηση τέτοιων ζητημάτων αποκτά ευρωπαϊκή διάσταση, με την παρουσία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας καταδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς τεχνικό. Είναι πολιτικό και θεσμικό.
Παράλληλα, η υπόθεση των υποκλοπών αποτέλεσε σημείο καμπής. Δεν επρόκειτο μόνο για ένα ζήτημα παρακολούθησης προσώπων, αλλά για μια κρίση εμπιστοσύνης προς τον ίδιο τον πυρήνα του κράτους δικαίου. Σε κάθε δημοκρατία, η προστασία των δικαιωμάτων και η ανεξαρτησία των θεσμών αποτελούν αδιαπραγμάτευτες αρχές. Όταν τίθενται υπό αμφισβήτηση, το ζήτημα δεν είναι επικοινωνιακό — είναι βαθιά πολιτικό.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η συζήτηση για τις απευθείας αναθέσεις. Η χρήση τους μπορεί να δικαιολογηθεί σε έκτακτες συνθήκες. Όταν όμως αποκτούν έκταση και διάρκεια, δημιουργείται μια νέα «κανονικότητα» στη διαχείριση δημόσιων πόρων, η οποία απομακρύνεται από τις αρχές της διαφάνειας και του ανταγωνισμού. Αντίστοιχα, το Ταμείο Ανάκαμψης, που θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο ορθής διακυβέρνησης, εξακολουθεί να περιβάλλεται από ερωτήματα ως προς τη στόχευση, τη διαφάνεια και τη συμμετοχικότητα στη λήψη αποφάσεων.
Αν τα παραπάνω εξεταστούν αποσπασματικά, μπορεί να υποτιμηθεί η σημασία τους. Αν όμως ιδωθούν συνολικά, αποκαλύπτουν ένα μοτίβο άσκησης εξουσίας. Ένα μοτίβο στο οποίο η συγκέντρωση αρμοδιοτήτων, η περιορισμένη λογοδοσία και η διαχείριση κρίσιμων πόρων χωρίς επαρκή διαφάνεια δημιουργούν ένα περιβάλλον θεσμικής πίεσης.
Σε αυτό το περιβάλλον, η πολιτική αντιπαράθεση αποκτά διαφορετικό χαρακτήρα. Δεν αφορά μόνο προγράμματα ή ιδεολογικές διαφορές, αλλά τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας της δημοκρατίας.
Και σε αυτό το σημείο, οι παρεμβάσεις του Νίκου Ανδρουλάκη και του ΠΑΣΟΚ εντάσσονται ακριβώς σε αυτή τη λογική: επιχειρούν να αναδείξουν ότι το ζήτημα δεν είναι μεμονωμένες αστοχίες, αλλά η ανάγκη επαναφοράς σαφών θεσμικών ορίων.
Η έννοια της «θεσμικής κανονικότητας» δεν είναι αφηρημένη. Σημαίνει ότι οι κανόνες εφαρμόζονται χωρίς εξαιρέσεις, ότι οι μηχανισμοί ελέγχου λειτουργούν ανεξάρτητα και ότι η εξουσία υπόκειται σε συνεχή λογοδοσία. Όταν αυτά τα στοιχεία εξασθενούν, η δημοκρατία δεν καταρρέει άμεσα, αλλά εισέρχεται σε μια φάση σταδιακής φθοράς.
Αυτή η φθορά αποτυπώνεται κυρίως στην κοινωνία. Στην απομάκρυνση των πολιτών από τη δημόσια ζωή, στην ενίσχυση της δυσπιστίας, στην πεποίθηση ότι οι θεσμοί δεν λειτουργούν ισότιμα. Και αυτή η εξέλιξη είναι ίσως πιο κρίσιμη από οποιοδήποτε μεμονωμένο γεγονός.
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, η πολιτική απάντηση δεν μπορεί να είναι γενική ή αόριστη. Απαιτείται σαφής στρατηγική για την ενίσχυση των θεσμών:
διαφάνεια σε κάθε επίπεδο διαχείρισης πόρων, ουσιαστικός κοινοβουλευτικός έλεγχος, ενίσχυση της ανεξαρτησίας των αρχών και σαφείς διαδικασίες λογοδοσίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η τοποθέτηση του ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής επιχειρεί να διαμορφώσει ένα διαφορετικό πολιτικό αφήγημα. Όχι μόνο ως αντιπολιτευτική δύναμη, αλλά ως φορέας μιας αντίληψης που δίνει έμφαση στη θεσμική ισορροπία, στη διαφάνεια και στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό.
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτό: μπορεί το πολιτικό σύστημα να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών; Η απάντηση δεν θα δοθεί μέσα από δηλώσεις ή αντιπαραθέσεις, αλλά μέσα από πράξεις που αποδεικνύουν ότι οι κανόνες ισχύουν για όλους.
Διότι τελικά, η δημοκρατία δεν δοκιμάζεται μόνο στις μεγάλες κρίσεις. Δοκιμάζεται καθημερινά — στον τρόπο που ασκείται η εξουσία, στον τρόπο που ελέγχεται και, κυρίως, στον τρόπο που λογοδοτεί.
Και αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, πρώτα με τον εαυτό μας και μετά με τους πολίτες, η Νέα Δημοκρατία έχει αποτύχει παταγωδώς σε ό,τι αφορά τη διασφάλιση της Δημοκρατίας. Δεν υπάρχει πια το δίλημμα «Μητσοτάκης ή Χάος», ο κ. Μητσοτάκης είναι το χάος που έχει επικρατήσει τα τελευταία 7 χρόνια.
Το κεντρικό, ωστόσο, ζήτημα παραμένει ευρύτερο από τις κομματικές τοποθετήσεις. Αφορά το κατά πόσο το πολιτικό σύστημα συνολικά μπορεί να ανταποκριθεί στην απαίτηση για περισσότερη διαφάνεια και αποτελεσματικότητα. Διότι χωρίς ισχυρούς θεσμούς και καθαρούς κανόνες, καμία πολιτική επιλογή δεν μπορεί να αποκτήσει σταθερότητα και διάρκεια.
Η πολιτική αλλαγή, επομένως, δεν αποτελεί απλώς ένα αίτημα συγκυρίας. Είναι μια διαρκής ανάγκη ανανέωσης της δημοκρατικής λειτουργίας. Και το ζητούμενο για την επόμενη περίοδο δεν είναι μόνο το ποιος κυβερνά, αλλά κυρίως το πώς κυβερνάται η χώρα.
Υπάρχει λύση και επιλογή στο πολιτικό σκηνικό – και το ΠΑΣΟΚ είναι έτοιμο για τη πολιτική αλλαγή.
Την πολιτική αλλαγή που έχει ανάγκη αυτός ο τόπος, για να σώσουμε ό,τι απέμεινε και να ξανά δημιουργήσουμε προοδευτικά και με αξιοπρέπεια.
Αν όχι τώρα, πότε;

