Η πρώτη εικόνα μετά την ίδρυση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, της ΕΛ.Α.Σ., ήταν αισιόδοξη για τον Αλέξη Τσίπρα. Το νέο κόμμα ανέβηκε άμα τη εμφανίσει στη δεύτερη θέση των δημοσκοπήσεων, αφήνοντας πίσω του το ΠΑΣΟΚ και δημιουργώντας την εντύπωση ότι μπορεί να εξελιχθεί γρήγορα στον βασικό αντίπαλο της Νέας Δημοκρατίας.
Η αρχική αυτή δυναμική, όμως, δεν εξελίχθηκε γραμμικά. Οι μετρήσεις του Σεπτεμβρίου δείχνουν ότι η ΕΛ.Α.Σ. παραμένει μεν δεύτερη, αλλά εμφανίζει σημάδια κόπωσης, ενώ το ΠΑΣΟΚ καταγράφει μικρή αλλά σταθερή βελτίωση.
Στη δημοσκόπηση της Marc, η ΕΛ.Α.Σ. καταγράφεται στην εκτίμηση ήχου στο 16% και το ΠΑΣΟΚ στο 11,5%, ενώ στη μέτρηση της GPO τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 16% και 12,8% και στην Alco η πρόθεση ψήφου είναι 14,4% για την ΕΛΑΣ και 11,1% για το ΠΑΣΟΚ. Η διαφορά παραμένει σημαντική, αλλά η τάση είναι διαφορετική από εκείνη των πρώτων μηνών.
Το αρχικό φαινόμενο της πολιτικής «έκπληξης» αρχίζει να δίνει τη θέση του σε μια πιο κανονική αξιολόγηση των δύο κομμάτων. Η πρώτη δυναμική ήταν σε μεγάλο βαθμό δυναμική προσδοκίας. Όταν ανακοινώθηκε η ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ., οι δημοσκοπήσεις κατέγραψαν κυρίως την προσδοκία που δημιουργούσε η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα και όχι ένα πλήρως δοκιμασμένο κομματικό σχέδιο.
Το νέο κόμμα δεν είχε ακόμη κυβερνητικό πρόγραμμα σε πλήρη ανάπτυξη, οργανωμένο μηχανισμό ή σαφή εικόνα στελεχών. Είχε, όμως, έναν πρώην πρωθυπουργό με υψηλή αναγνωρισιμότητα, ισχυρή προσωπική βάση και σαφή θέση στην πολιτική ιστορία της χώρας.
Η δημοσκοπική άνοδος, επομένως, ήταν αναμενόμενο να ξεκινήσει από τον ίδιο τον Τσίπρα. Ήταν η ψήφος της επιστροφής, της προσδοκίας και της αναμονής. Ένα σημαντικό τμήμα των πολιτών ήθελε να δει αν ο πρώην πρωθυπουργός μπορεί να επανέλθει ως φορέας πολιτικής αλλαγής, χωρίς ακόμη να έχει αποφασίσει αν θα στηρίξει οριστικά το νέο κόμμα.
Το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων της ΕΛ.Α.Σ. προέρχεται από τον παλιό ΣΥΡΙΖΑ δείχνει ότι η πρώτη άνοδος βασίστηκε σε σημαντικό βαθμό σε ήδη υπάρχουσες πολιτικές δεξαμενές.
Αυτό προσφέρει γρήγορη εκλογική εκκίνηση, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί ένα όριο. Για να συνεχιστεί η άνοδος, χρειάζονται πλέον νέοι ψηφοφόροι, πέρα από τον παραδοσιακό χώρο του ΣΥΡΙΖΑ. Κι αυτοί φαίνεται πως δεν υπάρχουν. Γι αυτό και η οροφή του Αλέξη Τσίπρα βρίσκεται χαμηλά, πολύ κοντά στο εκλογικό ποσοστό της εκλογικής συντριβής του του ΣΥΡΙΖΑ το 2023 (17,8%).
Η επιστροφή του Τσίπρα ενεργοποίησε και τις αρνητικές μνήμες. Η περίοδος της διακυβέρνησής του, οι συγκρούσεις του 2015, η οικονομική πολιτική, αλλά και η εκλογική συντριβή εξακολουθούν να λειτουργούν ως φίλτρα μέσα από τα οποία τον αξιολογούν οι πολίτες. Η επιστροφή του δεν δημιούργησε μόνο ενθουσιασμό. Επανέφερε στην πολιτική συζήτηση και όλα όσα ένα μέρος του εκλογικού σώματος – ενδεχομένως και ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός- ήθελε να αφήσει πίσω.
Αυτό αποτυπώνεται και στις μετρήσεις μετά τη ΔΕΘ. Σε δημοσκόπηση της Pulse, μόλις το 25% αξιολόγησε θετικά την παρουσία του Τσίπρα, ενώ οι αρνητικές κρίσεις έφτασαν το 54%, αντίστοιχα με την εικόνα του Νίκου Ανδρουλάκη.
Στη Marc, ο Τσίπρας υποχώρησε κατά 0,7 μονάδες σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση, ενώ ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ενισχύθηκε κατά 2,6 μονάδες στο ερώτημα της καταλληλότητας για πρωθυπουργός.
Η Θεσσαλονίκη βοήθησε το ΠΑΣΟΚ περισσότερο απ’ όσο βοήθησε την ΕΛ.Α.Σ. Ο Τσίπρας είχε το πλεονέκτημα της πρωτοβουλίας. Εμφανίστηκε πρώτος, παρουσίασε το οικονομικό πρόγραμμα της ΕΛ.Α.Σ. και επιχείρησε να ορίσει την πολιτική ατζέντα. Η παρουσία του προκάλεσε μεγάλη δημοσιότητα και επιβεβαίωσε ότι παραμένει κεντρικός πολιτικός παίκτης.
Ωστόσο, η δημοσιότητα δεν μετατράπηκε σε νέα δημοσκοπική άνοδο αλλά αντιθέτως οδήγησε σε πτώση. Το πρόγραμμα βρέθηκε γρήγορα στο επίκεντρο αντιπαράθεσης για το ύψος των μέτρων, την κοστολόγηση και τη δημοσιονομική του αξιοπιστία.
Οι διαφορετικές εκτιμήσεις για το κόστος των προτάσεων και ορισμένες ατυχείς δημόσιες τοποθετήσεις στελεχών έδωσαν στην κυβέρνηση και στο ΠΑΣΟΚ τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν την εικόνα κυβερνητικής ετοιμότητας της ΕΛ.Α.Σ.
Αντίθετα, ο Ανδρουλάκης εμφανίστηκε στη Θεσσαλονίκη σε μια συγκυρία κατά την οποία το ΠΑΣΟΚ είχε ανάγκη από μια οργανωμένη και συνολική παρουσία.
Η εικόνα του κόμματος ήταν περισσότερο συλλογική, με την παρουσία στελεχών όπως η Άννα Διαμαντοπούλου, η Μιλένα Αποστολάκη και ο Παύλος Γερουλάνος. Αυτό ενίσχυσε την εντύπωση ότι το ΠΑΣΟΚ διαθέτει πολιτικό και στελεχιακό βάθος, όχι μόνο έναν αρχηγό. Η διαφορά είναι κρίσιμη. Ο Τσίπρας παρουσίασε κυρίως τον εαυτό του ως φορέα της αλλαγής. Ο Ανδρουλάκης παρουσίασε περισσότερο ένα κόμμα που θέλει να λειτουργήσει ως ομάδα διακυβέρνησης.
Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να μην έχει ακόμη την εκλογική δυναμική που θα ήθελε, διαθέτει όμως ένα πλεονέκτημα που η ΕΛ.Α.Σ. δεν έχει: γνωστή πολιτική ταυτότητα. Για πολλούς ψηφοφόρους, το ΠΑΣΟΚ συνδέεται με την έννοια της κυβερνητικής εμπειρίας, της οργανωμένης παράταξης και της συμμετοχής σε έναν ευρύτερο ευρωπαϊκό σοσιαλδημοκρατικό χώρο. Το κόμμα έχει ιστορική διαδρομή, σύμβολα, τοπικές οργανώσεις και αναγνωρίσιμα στελέχη. Η ΕΛ.Α.Σ., αντίθετα, πρέπει ακόμη να αποδείξει ότι δεν είναι απλώς ένα νέο κόμμα γύρω από έναν παλιό και ισχυρό αρχηγό.
Όλα αυτά μπορούν να λειτουργήσουν υπέρ του ΠΑΣΟΚ σε μια περίοδο κατά την οποία οι ψηφοφόροι δεν αναζητούν μόνο αντιπολίτευση, αλλά και απάντηση στο ερώτημα «ποιος μπορεί να κυβερνήσει». Αναλύσεις μετά τη ΔΕΘ σημειώνουν ότι η κομματική ταύτιση παραμένει ισχυρό χαρτί του ΠΑΣΟΚ, ακριβώς επειδή η παράταξη θεωρείται ικανή να παρουσιάσει κυβερνητική πρόταση.
Η εικόνα των στελεχών μετράει περισσότερο απ’ όσο υπολόγιζε η ΕΛΑΣ που είναι απολύτως ταυτισμένη με τον Τσίπρα. Αυτό ήταν πλεονέκτημα, επειδή ο ίδιος προσέφερε άμεση αναγνωρισιμότητα. Εξελίσσεται όμως σε μειονέκτημα, όσο αρχίζουν να εκτίθεται πολιτικά και επικοινωνιακά τα νέα στελέχη του κόμματος και να εμφανίζονται στο προσκήνιο και ορισμένα στελέχη που κουβαλούν το βεβαρημένο πολιτικό παρελθόν του ΣΥΡΙΖΑ.
Το νέο όνομα δεν αρκεί από μόνο του για να διαγράψει παλιές αντιπαραθέσεις, κυβερνητικές αστοχίες ή εσωκομματικές συγκρούσεις.
Αντί για μια εικόνα ριζικής ανανέωσης, ορισμένοι ψηφοφόροι βλέπουν μια ανασύνθεση γνώριμων προσώπων γύρω από τον Τσίπρα.
Το ΠΑΣΟΚ, από την άλλη πλευρά, παρουσιάζει μεγαλύτερη ποικιλία προσώπων και πολιτικών αποχρώσεων. Αυτό μπορεί να δημιουργεί κατά καιρούς εσωτερικές αντιφάσεις, αλλά προσφέρει την εικόνα ενός κόμματος που διαθέτει περισσότερες εφεδρείες και διαφορετικές κυβερνητικές αναφορές.Η αντίφαση για το ΠΑΣΟΚ είναι ότι το ίδιο χαρακτηριστικό που το βοηθά, η πολυφωνία, μπορεί επίσης να το βλάψει. Οι δηλώσεις στελεχών για πιθανές συνεργασίες με την ΕΛ.Α.Σ. ή για ανοίγματα προς τη Νέα Δημοκρατία δημιουργούν σύγχυση. Η δημοσκοπική ανάκαμψη θα έχει διάρκεια μόνο αν συνοδευτεί από καθαρή στρατηγική και ενιαίο μήνυμα.
Από την άλλη μεριά η «επιθετική» ρητορική του Τσίπρα ίσως συσπειρώνει, αλλά δεν διευρύνει την εκλογική του βάση. Η φράση «ή εμείς ή κανείς» και η προσπάθεια να μετατραπούν οι επόμενες εκλογές σε αναμέτρηση Τσίπρα και Μητσοτάκη υπηρετούν έναν σαφή στόχο: να εμπεδωθεί η εικόνα ότι η ΕΛ.Α.Σ. είναι ο μοναδικός πραγματικός αντίπαλος της κυβέρνησης. Η στρατηγική αυτή συσπειρώνει τον πυρήνα της ΕΛ.Α.Σ., αλλά έχει και παρενέργειες. Αποξενώνει ψηφοφόρους που δεν θέλουν ένα νέο δίπολο, ενισχύει την κατηγορία περί προσωποπαγούς κόμματος και πιέζει το ΠΑΣΟΚ να απαντήσει επιθετικά κλείνοντας την πόρτα της συνεννόησης. Η Χαριλάου Τρικούπη αξιοποίησε ήδη αυτή τη ρητορική για να κατηγορήσει τον Τσίπρα για αλαζονεία και προσπάθεια επαναφοράς ενός διλήμματος που δεν αποδέχεται μεγάλο μέρος της κοινωνίας.
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι η ΕΛ.Α.Σ. επιχειρεί να επιβάλει την εικόνα του «δεύτερου πόλου», την ώρα που η κοινωνία δεν έχει ακόμη αποφασίσει αν θέλει έναν νέο διπολισμό. Το ΠΑΣΟΚ κερδίζει ακριβώς από αυτή την αμφιβολία. Προσπαθεί να εμφανιστεί ως πιο θεσμική, πιο μετριοπαθής και περισσότερο συλλογική εναλλακτική δύναμη.
Το κρίσιμο ερώτημα από εδώ και πέρα δεν είναι αν η ΕΛ.Α.Σ. θα παραμείνει δεύτερη στις επόμενες μετρήσεις. Είναι αν θα μπορέσει να περάσει από την προσωποκεντρική δυναμική του Τσίπρα σε μια πειστική, συλλογική και κοστολογημένη κυβερνητική πρόταση. Και για το ΠΑΣΟΚ, αν θα μπορέσει να μετατρέψει τη μικρή δημοσκοπική ανάκαμψη σε σταθερή πολιτική τάση.
Για την ώρα, ο Τσίπρας εξακολουθεί να προηγείται. Το ΠΑΣΟΚ, όμως, δείχνει ότι δεν έχει χάσει τη μάχη. Και το σημαντικότερο, αρχίζει ξανά να πείθει ένα τμήμα του εκλογικού σώματος ότι μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από τρίτο κόμμα.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Το Καρφί» το Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου

