ΑρχικήΜε Άποψη«Αύξηση κατώτατου μισθού χωρίς αγοραστική δύναμη, μια οικονομία χωρίς ισορροπία»

«Αύξηση κατώτατου μισθού χωρίς αγοραστική δύναμη, μια οικονομία χωρίς ισορροπία»

✍️ Η Σοφία Πουλοπούλου
Πολιτεύτρια Ά Αθήνας
Αναπληρώτρια Γραμματέας Ειδικής Αγωγής Τομέα Παιδείας
ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Η αύξηση του κατώτατου μισθού τα τελευταία χρόνια, από τα 650 στα 920 ευρώ, συνιστά μια θετική εξέλιξη που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Σε μια περίοδο όπου η κοινωνία πιέζεται, κάθε ενίσχυση του εισοδήματος αποτελεί ανάσα για τους εργαζόμενους και τα νοικοκυριά. Είναι αυτονόητο ότι μια οικονομία δεν μπορεί να κινηθεί χωρίς διαθέσιμο εισόδημα και χωρίς την ενεργό συμμετοχή των πολιτών στην κατανάλωση και την παραγωγή.

Ωστόσο, η πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες απέχει σημαντικά από τους αριθμούς που παρουσιάζονται. Η αύξηση αυτή, αν και υπαρκτή, εξανεμίζεται στην πράξη από τον επίμονο πληθωρισμό, τις στρεβλώσεις της αγοράς και την ανεξέλεγκτη ακρίβεια. Τα καρτέλ στην ενέργεια και στα βασικά αγαθά, η έλλειψη ουσιαστικών ελέγχων, αλλά και το εκρηκτικό κόστος στέγασης, απορροφούν κάθε πρόσθετο ευρώ πριν αυτό φτάσει να βελτιώσει ουσιαστικά την καθημερινότητα των πολιτών.

Η εικόνα αυτή επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο από την ενεργειακή κρίση που τροφοδοτείται από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, με άμεσες συνέπειες στο κόστος ενέργειας, στις μεταφορές και συνολικά στην αλυσίδα τιμών. Οι ανατιμήσεις σε ρεύμα και καύσιμα διαχέονται σε όλη την οικονομία, εντείνοντας την πίεση σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις και ακυρώνοντας στην πράξη κάθε μισθολογική αύξηση.

Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα καταγράφει από τις χαμηλότερες επιδόσεις στην αγοραστική δύναμη των πολιτών στην Ευρώπη, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, ενώ, με βάση τις τελευταίες εκτιμήσεις για το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, βρίσκεται περίπου στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, καταλαμβάνοντας τις τελευταίες θέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για μια πραγματικότητα που αποτυπώνει με σαφήνεια το χάσμα μεταξύ ονομαστικών αυξήσεων και πραγματικού βιοτικού επιπέδου.

Η κυβέρνηση της ΝΔ επιλέγει να παρουσιάζει την αύξηση του κατώτατου μισθού ως κεντρική κοινωνική πολιτική, αποφεύγοντας όμως να αντιμετωπίσει τις βαθύτερες αιτίες που διατηρούν την αγοραστική δύναμη καθηλωμένη. Δεν αρκεί να αυξάνεις ονομαστικά τους μισθούς όταν επιτρέπεις παράλληλα την ανεξέλεγκτη άνοδο τιμών σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος, όπου οι πολίτες λαμβάνουν αυξήσεις που στην πράξη δεν αντιστοιχούν σε πραγματική βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου.

Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο επανέρχεται με ιδιαίτερη ένταση και, εύλογα, με κοινωνική αποδοχή. Δεν πρόκειται για μια παροχή πολυτέλειας, αλλά για ένα μέτρο αποκατάστασης μιας σημαντικής απώλειας εισοδήματος που επιβλήθηκε στα χρόνια της κρίσης. Η επιστροφή τους θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ουσιαστικό εργαλείο τόνωσης της κατανάλωσης και ενίσχυσης της οικονομικής σταθερότητας των νοικοκυριών, ιδίως σε μια περίοδο παρατεταμένης ακρίβειας, σε πλήρη ευθυγράμμιση και με ευρωπαϊκές πρακτικές ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος.

Την ίδια στιγμή, απαιτούνται άμεσα διαρθρωτικά μέτρα για την αποκλιμάκωση των τιμών. Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για μείωση του ΦΠΑ και του ειδικού φόρου κατανάλωσης σε βασικά αγαθά και στην ενέργεια, για όσο διαρκεί η κρίση, κινείται στο πλαίσιο των κατευθύνσεων που έχουν αξιοποιήσει και άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, και αποτελεί μια ρεαλιστική και άμεσα εφαρμόσιμη λύση που στοχεύει στην πραγματική ανακούφιση της κοινωνίας και όχι στη διαχείριση των εντυπώσεων.

Αντίθετα, η επιδοματική πολιτική που ακολουθείται μέχρι σήμερα δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα στη ρίζα του. Λειτουργεί αποσπασματικά και συχνά με όρους ψηφοθηρίας, χωρίς να ανακόπτει τις αιτίες που γεννούν την ακρίβεια. Τα επιδόματα εξανεμίζονται εξίσου γρήγορα με τις αυξήσεις των μισθών, αφήνοντας τελικά τους πολίτες στο ίδιο, αν όχι δυσμενέστερο, σημείο.

Η άρνηση της κυβέρνησης να εξετάσει σοβαρά την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού αποκαλύπτει μια μονοδιάστατη προσέγγιση. Από τη μία πλευρά, επικαλείται δημοσιονομικούς περιορισμούς, από την άλλη όμως δεν δείχνει την ίδια αυστηρότητα απέναντι σε φαινόμενα αισχροκέρδειας ή σε πολιτικές που ενισχύουν ανισότητες. Η κοινωνική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται σε επιλεκτικές παρεμβάσεις επικοινωνιακού χαρακτήρα.

Το ΠΑΣΟΚ έχει ήδη διατυπώσει σαφείς δεσμεύσεις στο κυβερνητικό του σχέδιο: την επαναφορά του 13ου μισθού στο Δημόσιο και προοδευτικά του 14ου, την ουσιαστική παρέμβαση στη στεγαστική κρίση με μέτρα για τη μείωση των ενοικίων, τη ρύθμιση της αγοράς βραχυχρόνιας μίσθωσης και τη διάθεση κοινωνικών κατοικιών για τους πιο ευάλωτους, καθώς και ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο στήριξης της επιχειρηματικότητας, με μείωση του μη μισθολογικού κόστους, σταθερό φορολογικό περιβάλλον και διευκόλυνση της πρόσβασης σε χρηματοδότηση μέσω ευρωπαϊκών και εθνικών εργαλείων. Παράλληλα, προτείνει στοχευμένες πολιτικές ενίσχυσης του πρωτογενούς τομέα, με μείωση του κόστους ενέργειας και παραγωγής, αξιοποίηση των πόρων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και δίκαιη ανακατανομή ενισχύσεων, ώστε να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα και η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής παραγωγής.

Παράλληλα, δεν μπορεί να αγνοηθεί η πίεση που δέχονται οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η αύξηση των μισθών, χωρίς αντίστοιχα μέτρα μείωσης του μη μισθολογικού κόστους, της φορολογικής επιβάρυνσης και του ενεργειακού κόστους, δημιουργεί ασφυκτικές συνθήκες. Μια σοβαρή πολιτική για την εργασία οφείλει να είναι ισορροπημένη, να στηρίζει ταυτόχρονα εργαζόμενους και επιχειρήσεις, χωρίς να μετακυλίει συνεχώς το βάρος στους ίδιους.

Η χώρα χρειάζεται μια ολοκληρωμένη στρατηγική για το εισόδημα: πραγματικές αυξήσεις που να ανταποκρίνονται στο κόστος ζωής, αποτελεσματικούς ελέγχους στην αγορά, ρύθμιση της στεγαστικής κρίσης και δίκαιη κατανομή των βαρών. Χρειάζεται πολιτικές που δεν θα εξαντλούνται σε εξαγγελίες, αλλά θα αποδίδουν μετρήσιμα αποτελέσματα στην καθημερινότητα των πολιτών.

Γιατί τελικά, το ζήτημα δεν είναι αν αυξάνονται οι μισθοί στα χαρτιά. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι πολίτες μπορούν να ζουν με αξιοπρέπεια. Και σε αυτό το ερώτημα, η σημερινή πολιτική της ΝΔ δεν έχει δώσει ακόμη πειστική απάντηση.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ