Επιτελική Κυβερνητική Ατζέντα: Δύο μέτρα, δύο σταθμά. Η εξουσία βαφτίζει τα σκάνδαλα «λεπτομέρεια» και η κοινωνία πληρώνει τον Νόμο ακριβά.
Η υπόθεση Λαζαρίδη δεν είναι μια «λεπτομέρεια» που μπορεί να παρακαμφθεί με επικοινωνιακές υπεκφυγές. Και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι μια λογιστική υποσημείωση που μπορεί να υποβαθμιστεί με το επιχείρημα ότι «800.000 ευρώ δεν είναι και κάτι μπροστά στα 3,4 δισεκατομμύρια». Μαζί συγκροτούν μια ευρύτερη εικόνα εξουσίας, μιας κυβέρνησης που δεν αισθάνεται πια την ανάγκη να λογοδοτεί και που λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά, επιείκεια για τους ισχυρούς, αμείλικτη αυστηρότητα για τους αδύναμους.
Στην περίπτωση Λαζαρίδη, το πολιτικό και ηθικό ζήτημα είναι σαφές. Ο κ Λαζαρίδης δήλωσε ανακριβή στοιχεία στο βιογραφικό του, ενώ την ίδια ώρα, η ίδια η δημόσια συζήτηση έχει μεταφερθεί σε ομολογίες και παραδοχές που γεννούν μείζονα ερωτήματα για τη νομιμότητα προηγούμενης υπηρεσιακής του ιδιότητας και για τη σχέση του με το Δημόσιο. Το ΠΑΣΟΚ θέτει ευθέως το ερώτημα που οφείλει να απαντήσει η κυβέρνηση, θα παραμείνει μέλος του Υπουργικού Συμβουλίου ένα πρόσωπο για το οποίο υπάρχουν τόσο σοβαρές παραδοχές;
Απέναντι σε αυτό, η Νέα Δημοκρατία δεν απαντά στην ουσία. Δεν ξεκαθαρίζει τα πραγματικά δεδομένα, δεν επιλέγει την οδό της διαφάνειας, αλλά μεταθέτει τη συζήτηση σε νομικίστικες υπεκφυγές του τύπου αν «ο Υπουργός υποχρεούται από τον Νόμο να έχει πτυχίο». Όμως το μείζον δεν είναι η τυπική Συνταγματική προϋπόθεση. Το μείζον είναι η αλήθεια, η εντιμότητα απέναντι στους πολίτες και η αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος. Σε μια ευνομούμενη πολιτεία, όταν κάποιος ασκεί δημόσιο αξίωμα δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από μισές απαντήσεις, ούτε να προστατεύεται από μια κυβέρνηση που αντιμετωπίζει κάθε αποκάλυψη σκανδάλου, ως απλή «επικοινωνιακή ενόχληση».
Το ίδιο μοτίβο αλαζονείας αποτυπώνεται και στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Η λογική ότι μια παραβίαση είναι «μικρή» επειδή αντιστοιχεί σε περιορισμένο ποσοστό του συνολικού ποσού, δεν είναι μόνο πολιτικά κυνική, αλλά και θεσμικά επικίνδυνη. Σε μια δημοκρατία, η χρηστή διαχείριση δεν μετριέται με ποσοστά ανοχής. Η κακοδιοίκηση δεν αθωώνεται επειδή δεν κατέρρευσε ολόκληρος ο μηχανισμός. Όταν μιλάμε για δημόσιο χρήμα, ευρωπαϊκούς πόρους, το κύρος της χώρας και την αξιοπρέπεια ενός λαού που δοκιμάζεται καθημερινά για την επιβίωση του, δεν υπάρχουν «ανεκτές» ζώνες αδιαφάνειας. Υπάρχει μόνο υποχρέωση πλήρους ελέγχου, διαφάνειας και λογοδοσίας.
Στην ίδια γραμμή εντάσσεται και η συστηματική πολιτική κάλυψη κυβερνητικών στελεχών, όπως είδαμε στα Τέμπη, στο σκάνδαλο των Υποκλοπών και στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ζητά διερεύνηση αρμόδιων κυβερνητικών προσώπων, η κυβέρνηση δεν διευκολύνει τη διαλεύκανση, αλλά δίνει την εικόνα μιας πλειοψηφίας που αμύνεται με κοινοβουλευτικούς χειρισμούς, απουσίες και επιστολικές ψήφους, με μοναδικό στόχο τον έλεγχο του πολιτικού κόστους. Για τον απλό πολίτη, η Δικαιοσύνη κινείται χωρίς προστατευτικό δίχτυ. Για τους επιτελικά ισχυρούς, επιστρατεύονται ο χρόνος, οι διαδικασίες και η κομματική πειθαρχία. Αυτή δεν είναι θεσμική σοβαρότητα. Είναι εικόνα συγκάλυψης.
Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο ορατή όταν αντιπαραβάλει κανείς τον τρόπο με τον οποίο το κράτος αντιμετωπίζει τον αδύναμο πολίτη με τον τρόπο που αντιμετωπίζει τα κυβερνητικά στελέχη και τα μεγάλα σκάνδαλα διαχείρισης δημόσιου χρήματος:
Η 90χρονη στη Θεσσαλονίκη συνελήφθη επειδή πουλούσε τερλίκια στη λαϊκή για να επιβιώσει. Οι διαδικασίες κινήθηκαν άμεσα, της επιβλήθηκε πρόστιμο, ενεργοποιήθηκε σε βάρος της η αυστηρότητα του διοικητικού και φορολογικού μηχανισμού και το κράτος λειτούργησε με ταχύτητα και ακαμψία, σαν να επρόκειτο για μείζονα απειλή κατά της νομιμότητας. Όταν όμως η υπόθεση αφορά το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, δηλαδή παράνομες επιδοτήσεις, διαχείριση δημόσιου και ευρωπαϊκού χρήματος και σοβαρά ερωτήματα για πολιτικές ευθύνες, τότε η κυβέρνηση δεν επιδεικνύει την ίδια αποφασιστικότητα. Αντί για πλήρη λογοδοσία, κρύβεται πίσω από κοινοβουλευτικούς χειρισμούς, από εξεταστικές διαδικασίες που αποδυναμώνουν την ουσιαστική διερεύνηση, αποφεύγοντας την προανακριτική διαδικασία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πραγματική δικαστική διερεύνηση των αρμόδιων υπουργικών προσώπων, όπως ζήτησε το ΠΑΣΟΚ.
Τα ερωτήματα είναι εύλογα και βαθιά πολιτικά:
Πόσα χρήματα έχουν επιστραφεί μέχρι σήμερα στο Δημόσιο από τις παράνομες επιδοτήσεις;
Πόσες περιουσίες δεσμεύθηκαν υπέρ του Δημοσίου;
Ποιοι λογοδότησαν πραγματικά;
Διότι αν το κράτος εξαντλεί την αυστηρότητά του απέναντι σε μια ηλικιωμένη γυναίκα που προσπαθούσε να επιβιώσει πουλώντας τερλίκια, αλλά εμφανίζεται αμήχανο, βραδύτατο και επιεικές όταν τίθεται θέμα οργανωμένης κατασπατάλησης δημόσιων πόρων, τότε δεν έχουμε ισονομία και κράτος δικαίου. Έχουμε επιλεκτική εφαρμογή του Νόμου. Και τότε ο ελληνικός λαός δικαιούται να αναρωτηθεί ποιος τελικά εξαπατά το Δημόσιο και ποιος τελικά προστατεύεται από αυτό.
Ανάλογος είναι και ο αντιπαραλληλισμός με την υπόθεση της καθαρίστριας από τον Βόλο. Μια φτωχή εργαζόμενη γυναίκα, η οποία είχε αλλοιώσει το απολυτήριο δημοτικού, γράφοντας ότι ολοκλήρωσε την ΣΤ’ τάξη αντί για την Ε’, προκειμένου να μπορέσει να εργαστεί και να θρέψει τα παιδιά της, βρέθηκε αντιμέτωπη με όλη τη σκληρότητα του ποινικού κράτους. Καταδικάστηκε πρωτοδίκως με εξοντωτική αυστηρότητα σε κάθειρξη δεκαετή και γνώρισε στην πράξη τη βιαιότητα μιας Πολιτείας που δεν δίστασε να αντιμετωπίσει ως βαρύ ποινικό ζήτημα την αγωνία μιας φτωχής γυναίκας για επιβίωση. Σήμερα όμως, όταν προκύπτουν σοβαρά ερωτήματα για προσόντα, διορισμούς, βιογραφικά στοιχεία και για οικονομική σχέση με το Δημόσιο, η κυβέρνηση σηκώνει τους ώμους και επιχειρεί να υποβαθμίσει την υπόθεση σε μια τυπική συζήτηση περί του αν το πτυχίο αποτελεί ή όχι προϋπόθεση για υπουργική θέση.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται το μέγεθος της πολιτικής και ηθικής αντίφασης. Για την καθαρίστρια, ένα αλλοιωμένο απολυτήριο δημοτικού αντιμετωπίστηκε ως αδίκημα που ενεργοποίησε τη βαρύτερη δυνατή κρατική αυστηρότητα. Για τον κ. Λαζαρίδη, όμως, ο οποίος έχει δημοσίως παραδεχθεί ότι εισέπραττε χρήματα από το Δημόσιο χωρίς να τα δικαιούται, η κυβέρνηση δεν αισθάνεται καν την ανάγκη να δώσει καθαρές απαντήσεις. Θα υπάρξει πλήρης διερεύνηση από τη Δικαιοσύνη; Θα αναληφθεί η πολιτική ευθύνη; Θα υπάρξει παραίτηση; Ή θα επιχειρηθεί και πάλι η γνωστή μέθοδος της σχετικοποίησης, της συγκάλυψης και της επικοινωνιακής διαχείρισης;
Αυτό ακριβώς είναι που τραυματίζει το κράτος δικαίου και απαξιώνει τη δημοκρατία στα μάτια των πολιτών. Όταν ο Νόμος εξαντλείται πάνω στον αδύναμο, αλλά γίνεται ελαστικός απέναντι στον ισχυρό, όταν η επιβίωση ποινικοποιείται αλλά η πολιτική ευθύνη σχετικοποιείται, τότε η κοινωνία δεν βλέπει δικαιοσύνη. Βλέπει ένα αλαζονικό, βαθύτατα διεφθαρμένο κράτος επιλεκτικής αυστηρότητας, ένα παρακράτος που τιμωρεί παραδειγματικά τους αδύναμους και προστατεύει προκλητικά τους ημέτερους.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η ανάγκη της πολιτικής αλλαγής που θέτει το ΠΑΣΟΚ και ο Πρόεδρός του, Νίκος Ανδρουλάκης, όχι ως σύνθημα, αλλά ως δημοκρατική αναγκαιότητα. Η χώρα χρειάζεται αποκατάσταση της διαφάνειας απέναντι στη συγκάλυψη, της αξιοκρατίας απέναντι στον κομματικό προστατευτισμό, της λογοδοσίας απέναντι στην αλαζονεία, της ισονομίας απέναντι στα προνόμια των ισχυρών.
Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο της πολιτικής αλλαγής που πρεσβεύει το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής. Ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο εμπιστοσύνης ανάμεσα στο κράτος και τον πολίτη, με ισχυρούς θεσμούς, σεβασμό στο κράτος δικαίου και τέλος στην ηθική και πολιτική παρακμή.
Η χώρα δεν χρειάζεται απλώς εναλλαγή προσώπων.
Χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας, βαθιά αξιακή και πολιτική.
Και αυτή η αλλαγή μπορεί να έρθει μόνο με ισχυρό ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής.
Κάθε άλλη ψήφος λειτουργεί ως ανάχωμα στη συντήρηση της δεξιάς αλαζονείας, των κοινωνικών ανισοτήτων και της κυβερνητικής διαφθοράς.

