Συνασπισμός 12 πολιτειών των ΗΠΑ κατέθεσε αγωγή για την εξαγορά της Warner Bros. Discovery από την Paramount, ζητώντας να μπλοκάρει τη συμφωνία ύψους 111 δισ. δολαρίων.
Η αγωγή, που κατατέθηκε τη Δευτέρα στο Ομοσπονδιακό Περιφερειακό Δικαστήριο της Βόρειας Καλιφόρνιας από την Καλιφόρνια, τη Νέα Υόρκη, την Ουάσινγκτον και ακόμη εννέα πολιτείες, υποστηρίζει ότι η συγχώνευση θα περιορίσει τον ανταγωνισμό, θα πλήξει τους κινηματογράφους και τελικά θα οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές, χαμηλότερη ποιότητα και λιγότερο κινηματογραφικό περιεχόμενο για το κοινό.
Σύμφωνα με το δικόγραφο, η συγχώνευση θα αποδυναμώσει τον ανταγωνισμό στη διανομή κινηματογραφικών ταινιών, ιδίως των μεγάλων εμπορικών παραγωγών που αποφέρουν το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων των στούντιο. Παράλληλα, οι πολιτείες υποστηρίζουν ότι η νέα εταιρεία θα αποκτήσει υπερβολική ισχύ και στην αγορά των βασικών καλωδιακών τηλεοπτικών καναλιών, όπως το CNN.
«Η συγχώνευση θα τερματίσει οριστικά αυτόν τον ανταγωνισμό. Το πιθανότερο αποτέλεσμα θα είναι υψηλότερες τιμές, χαμηλότερη ποιότητα και λιγότερες ταινίες», αναφέρεται στην αγωγή.
Οι ενάγοντες ζητούν από το δικαστήριο να «παγώσει» προσωρινά τη συμφωνία μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση. Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με τους New York Times, ενδέχεται να αποδειχθεί ιδιαίτερα δαπανηρή για την Paramount, η οποία έχει συμφωνήσει να καταβάλλει στους μετόχους της Warner Bros. Discovery αποζημίωση ύψους 650 εκατ. δολαρίων για κάθε τρίμηνο καθυστέρησης της ολοκλήρωσης της εξαγοράς, αρχής γενομένης από τον Οκτώβριο.
Οι πολιτείες κατέθεσαν επίσης αίτημα προσωρινής διαταγής, υποστηρίζοντας ότι η Paramount αρνήθηκε να αναστείλει οικειοθελώς τη διαδικασία. Σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα, η εταιρεία ενημέρωσε την Καλιφόρνια ότι η συμφωνία θα μπορούσε να ολοκληρωθεί ακόμη και στις 22 Ιουλίου, με τις πολιτείες να ζητούν απόφαση του δικαστηρίου έως τις 21 Ιουλίου.
Μεταξύ των ανθρώπων που ηγούνται της προσφυγής, είναι ο γενικός εισαγγελέας της Καλιφόρνιας, Ρομπ Μπόντα, ο οποίος δήλωσε ότι η συγχώνευση θα πλήξει «τους κινηματογράφους, τους διανομείς καλωδιακής τηλεόρασης και, στην τελική, τους θεατές, είτε παρακολουθούν από τον καναπέ τους είτε από την αίθουσα ενός κινηματογράφου».
Από την πλευρά της, η Paramount απέρριψε τις αιτιάσεις. Η εκπρόσωπος της εταιρείας, Μελίσα Ζούκερμαν, χαρακτήρισε την αγωγή «εσφαλμένη τόσο ως προς τα πραγματικά περιστατικά όσο και ως προς τη νομική της βάση».
«Θα συνεχίσουμε να αντιστεκόμαστε σε κάθε προσπάθεια να εκτροχιαστεί μια συμφωνία που ενισχύει τον ανταγωνισμό, δημιουργεί περισσότερες ευκαιρίες και επιτρέπει στη νέα εταιρεία να ανταγωνιστεί αποτελεσματικότερα σε μια ολοένα πιο ανταγωνιστική παγκόσμια αγορά μέσων ενημέρωσης», ανέφερε.
Γιατί αντιδρούν οι πολιτείες
Η αγωγή βασίζεται στον νόμο Clayton του 1914, ο οποίος απαγορεύει συγχωνεύσεις που περιορίζουν τον ανταγωνισμό ή οδηγούν στη δημιουργία μονοπωλίων.
Σύμφωνα με τους εισαγγελείς, μετά τη συγχώνευση τέσσερις μόνο εταιρείες, Paramount, Disney, Universal και Sony, θα ελέγχουν το 86% της αγοράς των ταινιών ευρείας διανομής και πάνω από το 90% των μεγαλύτερων εμπορικών επιτυχιών. Οι πολιτείες υποστηρίζουν ότι αυτό θα μειώσει σημαντικά τον ανταγωνισμό, ιδιαίτερα στις μεγάλες παραγωγές με υψηλούς προϋπολογισμούς και δημοφιλή κινηματογραφικά franchise.
Η Paramount, από την άλλη, επιμένει ότι η συμφωνία θα ωφελήσει τους κινηματογράφους, επισημαίνοντας τη δέσμευση του Ντέιβιντ Έλισον να κυκλοφορούν τουλάχιστον 30 νέες ταινίες κάθε χρόνο στις κινηματογραφικές αίθουσες.
Επιπλέον, οι πολιτείες υποστηρίζουν ότι η νέα εταιρεία θα ελέγχει περισσότερο από το 25% των μεγάλων βασικών καλωδιακών τηλεοπτικών καναλιών στις ΗΠΑ, αποκτώντας έτσι σημαντικό πλεονέκτημα στις διαπραγματεύσεις με τους παρόχους καλωδιακής τηλεόρασης.
Στην προσφυγή συμμετέχουν επίσης οι πολιτείες Αριζόνα, Κολοράντο, Κονέκτικατ, Μασαχουσέτη, Μινεσότα, Νεβάδα, Νιου Τζέρσεϊ, Νέο Μεξικό και Όρεγκον.

