Η Wall Street βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα από τα ισχυρότερα κύματα ρευστοποιήσεων των τελευταίων μηνών την Πέμπτη, καθώς οι επενδυτές απομακρύνθηκαν μαζικά από τις τεχνολογικές μετοχές, προκαλώντας βαριές απώλειες στους βασικούς χρηματιστηριακούς δείκτες.
Ο Nasdaq κατέγραψε τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση των τελευταίων 19 μηνών, υποχωρώντας κατά 5,5% και περνώντας επισήμως σε περιοχή τεχνικής διόρθωσης, ενώ η συνολική χρηματιστηριακή αξία των επτά μεγαλύτερων τεχνολογικών ομίλων μειώθηκε κατά περισσότερο από 1 τρισ. δολάρια.
Το αρνητικό κλίμα μεταφέρθηκε την Παρασκευή και στις ασιατικές αγορές, όπου καταγράφηκαν σημαντικές απώλειες, με τους επενδυτές να επανεκτιμούν τις προοπτικές της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά και τους γεωπολιτικούς κινδύνους που συνδέονται με την πιθανότητα νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Οι μαζικές πωλήσεις μετοχών τεχνολογίας εξάλειψαν τα κέρδη που είχαν καταγραφεί στην εντυπωσιακή άνοδο της Τετάρτης. Οι εκλογικές επιτυχίες των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ ενίσχυσαν την αβεβαιότητα γύρω από τις προοπτικές της αγοράς τεχνητής νοημοσύνης, καθώς οι επενδυτές άρχισαν να αμφισβητούν τον ρυθμό με τον οποίο θα συνεχιστούν οι επενδύσεις σε υποδομές και κέντρα δεδομένων.
Βαριές απώλειες σε Wall Street και ασιατικές αγορές
Η συνεδρίαση της Πέμπτης ήταν η χειρότερη από τον Απρίλιο του 2025 και για τους τρεις βασικούς δείκτες της αμερικανικής αγοράς. Ο Nasdaq υποχώρησε κατά 5,5%, κλείνοντας περισσότερο από 10% χαμηλότερα σε σχέση με το τελευταίο υψηλό του και εισερχόμενος έτσι σε τεχνική διόρθωση. Ο S&P 500 έχασε 4,4%, ενώ ο Dow Jones κατέγραψε απώλειες άνω των 1.800 μονάδων, ή 3,4%.
Οι πιέσεις ήταν γενικευμένες, καθώς και οι 11 κλάδοι του S&P 500 έκλεισαν με αρνητικό πρόσημο. Στο επίκεντρο των ρευστοποιήσεων βρέθηκαν, ωστόσο, οι εταιρείες που συνδέονται με την ανάπτυξη υποδομών τεχνητής νοημοσύνης.
Οι μετοχές της Micron Technology και της Advanced Micro Devices (AMD) κατέγραψαν απώλειες 17% η καθεμία, ενώ η CoreWeave, η οποία παρέχει υποδομές cloud για εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, υποχώρησε κατά 10%.
Ισχυρές πιέσεις δέχθηκαν και οι λεγόμενες «Magnificent Seven», οι επτά μεγαλύτεροι τεχνολογικοί όμιλοι της αγοράς. Η Nvidia έχασε 9%, περνώντας σε αρνητικό έδαφος για το σύνολο του 2026, ενώ η συνολική κεφαλαιοποίηση των επτά εταιρειών μειώθηκε κατά περισσότερο από 1 τρισ. δολάρια.
Η αναταραχή συνεχίστηκε και στις ασιατικές αγορές. Ο Kospi της Νότιας Κορέας υποχώρησε κατά 6,07%, στις 5.057,18 μονάδες, ενώ ο ιαπωνικός Nikkei έχασε 6,04%, υποχωρώντας στις 57.389 μονάδες. Στην Αυστραλία ο S&P/ASX σημείωσε πτώση 0,49%, ενώ στο Χονγκ Κονγκ ο Hang Seng υποχώρησε κατά 0,99%.
Αρνητική ήταν η εικόνα και στην ηπειρωτική Κίνα, με τον Shanghai Composite να χάνει 1,13% και τον SZSE Component 2,46%. Στην Ταϊβάν, ο Taiwan Weighted κατέγραψε απώλειες 4,47%.
Σε επίπεδο εβδομάδας, οι βασικοί αμερικανικοί δείκτες οδεύουν προς απώλειες. Ο Nasdaq υποχωρεί κατά 4,4% και ο S&P 500 σχεδόν κατά 3%, ενώ ο Dow Jones εμφανίζει μικρότερη πτώση, της τάξης του 0,5%.
Η τεχνητή νοημοσύνη στο επίκεντρο των ανησυχιών
Η ένταση των ρευστοποιήσεων στις μετοχές τεχνολογίας αποτυπώνει τις αυξανόμενες αμφιβολίες των επενδυτών για το κατά πόσο οι τεράστιες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη θα συνεχιστούν με τον ίδιο ρυθμό.
Οι εκλογικές νίκες των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία, αλλά και σε κρίσιμες πολιτείες, ενίσχυσαν τους φόβους για πιθανές αλλαγές στις προτεραιότητες της αμερικανικής πολιτικής και για επιβράδυνση της ανάπτυξης των κέντρων δεδομένων.
Υπάρχουν, ωστόσο, και επενδυτές που αντιμετωπίζουν τη διόρθωση ως ευκαιρία τοποθετήσεων σε χαμηλότερες τιμές. Η Βικτόρια Γκριν, επικεφαλής επενδύσεων της G Squared Private Wealth, δήλωσε στο CNBC ότι το επενδυτικό στοίχημα στην τεχνητή νοημοσύνη δεν έχει εξαντληθεί, υποστηρίζοντας ότι οι μετοχές προσφέρονται πλέον σε πιο ελκυστικές αποτιμήσεις.
Η ίδια εστιάζει ιδιαίτερα στις εταιρείες του κλάδου μνήμης, επισημαίνοντας ότι οι επιχειρήσεις αναφέρουν επανειλημμένα την περιορισμένη προσφορά και την έλλειψη παραγωγικής δυναμικότητας. Όπως σημείωσε, οι αγορές μετοχών σε περιόδους απότομης υποχώρησης μπορούν να αποδειχθούν αποδοτικές, υπό την προϋπόθεση ότι η οικονομία αποφεύγει την ύφεση.
Προειδοποίηση για πετρέλαιο πάνω από τα 100 δολάρια λόγω Ιράν
Την ίδια ώρα, ένας ακόμη παράγοντας αβεβαιότητας προστίθεται στο διεθνές οικονομικό σκηνικό: η πιθανότητα επανέναρξης των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει νέα απότομη άνοδο στις τιμές του πετρελαίου, σύμφωνα με τον Μπομπ ΜακΝάλι, διευθύνοντα σύμβουλο της Rapidan Energy Group, εταιρείας που ειδικεύεται στη γεωπολιτική και ενεργειακή ανάλυση.
Μιλώντας στο CNBC, ο ΜακΝάλι εκτίμησε ότι οι πιθανότητες επανέναρξης των στρατιωτικών συγκρούσεων φτάνουν το 80%, τώρα που οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ έχουν ολοκληρωθεί.
Ο ίδιος προειδοποίησε ότι τόσο το Brent όσο και το αμερικανικό αργό WTI ενδέχεται να ξεπεράσουν τα 100 δολάρια το βαρέλι. Σύμφωνα με τις τιμές που παρέθεσε, το Brent διαπραγματεύεται κοντά στα 100 δολάρια και το WTI περίπου στα 91 δολάρια.
Ο ΜακΝάλι εκτιμά ότι ο Ντόναλντ Τραμπ παραμένει αποφασισμένος να εμποδίσει το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα και να το αναγκάσει να εγκαταλείψει τις πυρηνικές του δυνατότητες, επιδιώκοντας να καταγράψει το συγκεκριμένο ζήτημα ως βασικό στοιχείο της πολιτικής του παρακαταθήκης.
Από την άλλη πλευρά, όπως υποστηρίζει, η ιρανική ηγεσία δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί αυτούς τους όρους. Όσο δεν υπάρχει συμφωνία που να γεφυρώνει τη συγκεκριμένη διαφωνία, ο κίνδυνος νέας κλιμάκωσης παραμένει.
Έτσι, οι διεθνείς αγορές καλούνται να διαχειριστούν ταυτόχρονα δύο μεγάλες πηγές αβεβαιότητας: τις αμφιβολίες για τις αποτιμήσεις των τεχνολογικών εταιρειών και την απειλή μιας νέας ενεργειακής κρίσης με επίκεντρο τη Μέση Ανατολή.

