Η καθημερινότητα των νέων είναι πλέον στενά συνδεδεμένη με το διαδίκτυο. Ειδήσεις, κοινωνικά δίκτυα, βίντεο, αναζητήσεις, εκπαιδευτικό υλικό και περιεχόμενο που παράγεται ή αναπαράγεται από άλλους χρήστες αποτελούν μέρος της καθημερινής ενημέρωσης. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσο συχνά οι νέοι χρησιμοποιούν το διαδίκτυο, αλλά και κατά πόσο ελέγχουν την αξιοπιστία όσων συναντούν σε αυτό.
Τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat για το 2025 καταγράφουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο συγκεκριμένος δείκτης αφορά το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 16 έως 29 ετών που δήλωσαν ότι έλεγξαν την αλήθεια ή την ακρίβεια πληροφοριών και περιεχομένου που βρήκαν στο διαδίκτυο. Η Eurostat καταγράφει τον δείκτη στο πλαίσιο των ψηφιακών δεξιοτήτων και της αξιολόγησης δεδομένων, πληροφοριών και ψηφιακού περιεχομένου.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ποσοστό ανέρχεται στο 41%. Στην Ελλάδα, όμως, το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται μόλις στο 12%, δηλαδή 29 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Με βάση τον συγκεκριμένο δείκτη, η Ελλάδα εμφανίζει το χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών.

Στην άλλη πλευρά της σχετικής μέτρησης βρίσκεται η Ιρλανδία, όπου το ποσοστό φτάνει το 78%. Ακολουθούν η Ολλανδία με 63%, το Λουξεμβούργο και η Σουηδία με 57% και η Φινλανδία με 53%.
Υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο βρίσκονται επίσης η Κροατία με 48%, η Πορτογαλία, η Σλοβακία και η Ισπανία με 47%, ενώ το Βέλγιο καταγράφει 46%. Η Γαλλία, η Ουγγαρία, η Μάλτα και η Δανία βρίσκονται στο 45%.
Σε χαμηλότερα επίπεδα από τον μέσο όρο της ΕΕ βρίσκονται η Αυστρία με 39%, η Τσεχία και η Σλοβενία με 35%, η Γερμανία με 34%, η Ιταλία και η Πολωνία με 33% και η Λετονία με 30%. Η Λιθουανία βρίσκεται στο 27%, η Ρουμανία στο 26%, η Βουλγαρία στο 25% και η Κύπρος στο 17%. Η Ελλάδα, με 12%, βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο της συγκεκριμένης σύγκρισης.
Η απόσταση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ιρλανδία φτάνει έτσι τις 66 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ η διαφορά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ανέρχεται στις 29 μονάδες.
Ωστόσο, τα στοιχεία χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία. Η Eurostat δεν πραγματοποίησε ένα τεστ στους νέους προκειμένου να διαπιστώσει εάν μπορούν να ξεχωρίσουν μια πραγματική από μια ψευδή είδηση. Ο συγκεκριμένος δείκτης καταγράφει μια αυτοαναφερόμενη συμπεριφορά: εάν οι ερωτώμενοι δήλωσαν ότι έλεγξαν την αλήθεια ή την ακρίβεια πληροφοριών ή περιεχομένου που βρήκαν στο διαδίκτυο.
Επομένως, το 12% δεν σημαίνει ότι μόνο το 12% των νέων στην Ελλάδα είναι σε θέση να αναγνωρίσει μια ψευδή πληροφορία. Σημαίνει ότι το 12% δήλωσε πως πραγματοποίησε τη συγκεκριμένη δραστηριότητα που μετρά η έρευνα. Αντίστοιχα, το 41% στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτελεί μέτρηση της συνολικής ικανότητας των νέων να εντοπίζουν παραπληροφόρηση, αλλά της δηλωμένης συμπεριφοράς τους απέναντι στις πληροφορίες που συναντούν online.
Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς το διαδίκτυο αποτελεί πλέον βασικό μέρος της καθημερινότητας των νέων. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025 το 89% των νέων ηλικίας 16 έως 29 ετών στην Ευρωπαϊκή Ένωση χρησιμοποιούσε το διαδίκτυο για συμμετοχή σε κοινωνικά δίκτυα, ενώ το 65% το χρησιμοποιούσε για να διαβάζει ειδήσεις online.
Η μεγάλη εξοικείωση με το ψηφιακό περιβάλλον, επομένως, δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τη συστηματική επαλήθευση της πληροφορίας. Η χρήση του διαδικτύου αποτελεί μία διάσταση των ψηφιακών δεξιοτήτων, ενώ η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των πληροφοριών αποτελεί μια διαφορετική και εξίσου σημαντική διάσταση.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη επικαιρότητα στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Η παραγωγή ψηφιακού περιεχομένου έχει γίνει ευκολότερη, ενώ οι χρήστες έρχονται καθημερινά σε επαφή με κείμενα, εικόνες, βίντεο και άλλες μορφές περιεχομένου που μπορεί να έχουν δημιουργηθεί ή τροποποιηθεί με τη χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης.
Η Eurostat καταγράφει, παράλληλα, αυξανόμενη χρήση εργαλείων παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης, ιδιαίτερα στις νεότερες ηλικίες. Αυτό καθιστά την αξιολόγηση πηγών, τη διασταύρωση πληροφοριών και την κριτική ανάγνωση ακόμη πιο σημαντικές δεξιότητες στο σύγχρονο ψηφιακό περιβάλλον.
Τα στοιχεία, ωστόσο, δεν μπορούν από μόνα τους να εξηγήσουν γιατί η Ελλάδα παρουσιάζει τόσο μεγάλη απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ο συγκεκριμένος δείκτης δεν εξετάζει τις αιτίες της συμπεριφοράς ούτε αποδίδει τη διαφορά σε έναν συγκεκριμένο παράγοντα, όπως το εκπαιδευτικό επίπεδο, η χρήση κοινωνικών δικτύων, οι συνήθειες ενημέρωσης ή η εμπιστοσύνη στις πηγές.
Αυτό που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα είναι ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2025, μόλις το 12% των νέων ηλικίας 16 έως 29 ετών στην Ελλάδα δήλωσε ότι έλεγξε την ακρίβεια πληροφοριών ή περιεχομένου που βρήκε στο διαδίκτυο, έναντι 41% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για μια διαφορά που αποτυπώνει μια σημαντική απόσταση στη συγκεκριμένη ψηφιακή συμπεριφορά και δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τον ρόλο της ψηφιακής και μιντιακής παιδείας.
Σε μια εποχή όπου η πληροφορία διακινείται με ταχύτητα και η παραγωγή περιεχομένου γίνεται ολοένα ευκολότερη, η ικανότητα αναζήτησης της αρχικής πηγής, διασταύρωσης ενός ισχυρισμού και αξιολόγησης της αξιοπιστίας του περιεχομένου αποτελεί σημαντικό μέρος της ψηφιακής παιδείας.

