Στις 15 Σεπτεμβρίου 2008, ο Μπόμπι Σίγκαλ έφτασε στο γραφείο του στο Κάναρι Γουόρφ λίγο πριν από τις 6 το πρωί. Ήταν η τελευταία φορά που θα χρειαζόταν να είναι στην ώρα του. Εργαζόταν ως trader στη Lehman Brothers, την αμερικανική τράπεζα που βρισκόταν τότε σε σοβαρή αναταραχή.
«Είχαμε δει στις κυριακάτικες ειδήσεις από την Αμερική ότι κατέθεταν αίτηση πτώχευσης. Δεν ήμασταν ακριβώς σίγουροι τι σήμαινε αυτό για εμάς στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οπότε απλώς μας είπαν να παρουσιαστούμε κανονικά στη δουλειά». Αρχικά επικράτησε «χάος», λέει ο Μπόμπι.
«Δεν υπήρχε άμεση επικοινωνία με τους Αμερικανούς συναδέλφους μας. Δεν σήκωναν τα τηλέφωνα. Κάποιοι άρχισαν να παίρνουν πράγματα, όπως πίνακες από τους τοίχους, λέγοντας “μου χρωστάνε μετοχές”».
Ο Μπόμπι είχε την αίσθηση ότι πλησίαζε η καταστροφή και είχε προετοιμαστεί κατάλληλα.
«Μάλιστα είχα αγοράσει ένα καρότσι για ψώνια την τελευταία ημέρα. Και αστείο είναι ότι εκείνο το καλοκαίρι ο κόσμος είχε καταλάβει πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Άδειασα την κάρτα του αυτόματου πωλητή, αξίας 300 λιρών, αγοράζοντας σοκολάτες, γιατί συνειδητοποίησα ότι αν κατέρρεε το μηχάνημα ή η τράπεζα, η κάρτα θα γινόταν άχρηστη».
Ο Μπόμπι, μαζί με χιλιάδες συναδέλφους του, πήρε την καριέρα του μέσα σε ένα χαρτόκουτο. Ήταν μία από τις εικόνες-σύμβολα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, που οδήγησε χιλιάδες επιχειρήσεις σε λουκέτο και εκατομμύρια ανθρώπους στην ανεργία. Άνοιξε τον δρόμο για μία από τις βαθύτερες και μακροβιότερες υφέσεις μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Σήμερα, αρκετές προειδοποιητικές ενδείξεις αναβοσβήνουν ξανά στον πίνακα της παγκόσμιας οικονομίας, κάνοντας ορισμένους να αναρωτιούνται αν βρισκόμαστε στις παρυφές μιας νέας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Πώς θα μπορούσε να μοιάζει η επόμενη κατάρρευση; Και με τις διεθνείς σχέσεις το 2026 πιο τεταμένες απ’ ό,τι ήταν το 2008, θα έχουν άραγε οι κυβερνήσεις τα εργαλεία για να την αντιμετωπίσουν;
Πρώιμο προειδοποιητικό σήμα
Πριν από την κρίση που συγκλόνισε την παγκόσμια οικονομία το 2008, υπήρχαν ήδη προειδοποιητικά σημάδια σε ορισμένα τμήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Το 2007, επενδύσεις σε επισφαλή στεγαστικά δάνεια στις ΗΠΑ κατέρρευσαν, καθώς πολλοί ιδιοκτήτες ακινήτων αδυνατούσαν να πληρώσουν. Κεφάλαια που διαχειρίζονταν η Bear Stearns, η BNP Paribas και άλλες τράπεζες είτε πάγωσαν τις αναλήψεις των επενδυτών είτε ρευστοποιήθηκαν πλήρως.
Καθώς η ανησυχία εξαπλωνόταν, ακόμη και οι ίδιες οι τράπεζες σταμάτησαν να δανείζουν η μία την άλλη, φοβούμενες ότι δεν θα πάρουν πίσω τα χρήματά τους, προκαλώντας τη λεγόμενη «πιστωτική ασφυξία». Αυτό οδήγησε στην παγκόσμια κρίση.
Σήμερα, αρκετά επενδυτικά κεφάλαια που δανείζουν χρήματα έχουν δηλώσει ζημιές ή έχουν περιορίσει τις αναλήψεις επενδυτών. Οι BlackRock, Blackstone, Apollo και Blue Owl έχουν δεχθεί αιτήματα δισεκατομμυρίων για αποσύρσεις από private credit funds — θεσμούς που λειτουργούν ως εναλλακτική λύση στις παραδοσιακές τράπεζες. Ρυθμιστικές αρχές και βετεράνοι της αγοράς βλέπουν ομοιότητες.
Η Σάρα Μπρίντεν είναι υποδιοικήτρια της Τράπεζας της Αγγλίας, με αρμοδιότητα τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Όπως λέει στο BBC, ο νέος κόσμος του private credit αναπτύχθηκε ταχύτατα, δεν έχει δοκιμαστεί σε περίοδο μεγάλης αναταραχής και παραμένει ελλιπώς κατανοητός.
«Υπάρχουν ηχώ της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης σε όσα βλέπουμε σήμερα», σημειώνει.
«Η αγορά private credit από το μηδέν έφτασε στα 2,5 τρισεκατομμύρια δολάρια μέσα σε 15 έως 20 χρόνια. Υπάρχει μόχλευση (δανεισμένο χρήμα), αδιαφάνεια, πολυπλοκότητα και διασυνδέσεις με το υπόλοιπο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Όλα αυτά θυμίζουν έντονα όσα είδαμε στην κρίση του 2008».
Ανησυχεί επίσης επειδή μεγάλο μέρος των χρημάτων που δανείζουν αυτά τα funds είναι και τα ίδια δανεισμένα, δημιουργώντας πολλαπλά επίπεδα χρέους που μπορούν να πολλαπλασιάσουν τις ζημιές.
«Υπάρχει μόχλευση πάνω σε μόχλευση πάνω σε μόχλευση. Θέλουμε να διασφαλίσουμε ότι όλοι καταλαβαίνουν πώς αθροίζεται αυτή η τούρτα χρέους».
Ο Μοχάμεντ Ελ-Εριάν, επικεφαλής οικονομικός σύμβουλος της Allianz και πρώην CEO της PIMCO, συμφωνεί ότι ο κίνδυνος μιας νέας κρίσης υποτιμάται.
«Υπάρχουν ορισμένες ομοιότητες με το 2007 που με κρατούν ξύπνιο τα βράδια. Υπάρχουν ξεκάθαρες ευθραυστότητες στο χρηματοπιστωτικό σύστημα που δεν έχουν εκτιμηθεί σωστά».
Όπως λέει, οι αυστηροί περιορισμοί που επιβλήθηκαν στις τράπεζες μετά το 2008 γέννησαν αυτή τη νέα αγορά private credit.
«Ξαφνικά το σύστημα πλημμύρισε από ιδιώτες πιστωτές που θέλουν να δανείσουν εταιρείες. Οι εταιρείες βλέπουν όλο αυτό το χρήμα διαθέσιμο και φυσικά το υπερβολικό χρήμα οδηγεί σε λάθη».
Περιγράφει ένα ανησυχητικό σενάριο:
«Ξαφνικά όλοι όσοι σας δάνεισαν χρήματα τα ζητούν πίσω ταυτόχρονα. Και πριν το καταλάβεις, κάτι που ξεκίνησε ως πολύ καλή ιδέα μετατρέπεται σε απειλή αστάθειας και αντί να βοηθά την οικονομία, τραβά το χαλί κάτω από τα πόδια της».
Ωστόσο, ο Λάρι Φινκ, επικεφαλής της BlackRock, δήλωσε πρόσφατα στο BBC ότι δεν θεωρεί το private credit απειλή για την παγκόσμια οικονομία.
Τα προβλήματα σε ορισμένα funds, όπως λέει, αφορούν μικρό τμήμα της συνολικής αγοράς.
Η ίδια η BlackRock είναι μία από τις εταιρείες που περιόρισαν αναλήψεις από ανήσυχους επενδυτές, αλλά ο Φινκ επιμένει πως δεν υπάρχει περίπτωση επανάληψης του σοκ του 2007-08.
«Δεν βλέπω καμία ομοιότητα. Καμία».
Παρόλα αυτά, ορισμένοι παρομοιάζουν όσα συμβαίνουν στο private credit με μια αργή τραπεζική φυγή. Μπορεί να μην υπάρχουν ουρές έξω από υποκαταστήματα όπως στη Northern Rock το 2007, αλλά υπάρχει ουρά ανθρώπων που ζητούν πίσω τα χρήματά τους.
Ενέργεια
Ένας ακόμη τρόπος με τον οποίο η ιστορία ίσως επαναλαμβάνεται είναι μέσω της εκτίναξης των τιμών ενέργειας.
Αυτό ήταν παράγοντας που συνέβαλε στην κρίση του 2008. Η τιμή του πετρελαίου Brent ανέβηκε από περίπου 50 δολάρια το βαρέλι στις αρχές του 2007 στα 100 δολάρια στο τέλος της χρονιάς και κορυφώθηκε στα 147 δολάρια τον Ιούλιο του 2008.
Η άνοδος οφειλόταν στην αυξημένη ζήτηση από την ταχέως αναπτυσσόμενη Κίνα, αλλά και στις γεωπολιτικές εντάσεις με το Ιράν.
Σήμερα, οι τιμές πετρελαίου έχουν ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι, με προειδοποιήσεις ότι μπορεί να ανέβουν περισσότερο αν δεν υπάρξει σύντομα λύση στη σύγκρουση με το Ιράν, η οποία έχει ουσιαστικά κλείσει τη σημαντικότερη ενεργειακή αρτηρία του πλανήτη μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, Φατίχ Μπιρόλ, χαρακτήρισε το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ «τη μεγαλύτερη κρίση ενεργειακής ασφάλειας στην ιστορία», υποστηρίζοντας ότι είναι «σοβαρότερη» από τα σοκ του 1973, του 1979 και του 2022 μαζί.
Αυτή η απαισιοδοξία δεν αποτυπώνεται ακόμη πλήρως στις τιμές. Αν και έχουν αυξηθεί πάνω από 50% σε σχέση με πριν από τη σύγκρουση με το Ιράν, απέχουν από τα επίπεδα του 2008, όταν το πετρέλαιο έφτασε τα 147 δολάρια (σε σημερινές τιμές, σχεδόν 190 δολάρια).
Παράλληλα, τα χρηματιστήρια βρίσκονται κοντά σε ιστορικά υψηλά.
Η Σάρα Μπρίντεν εκτιμά ότι οι αγορές κάποια στιγμή θα διορθώσουν, καθώς δεν αποτιμούν πλήρως τους σημερινούς κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία.
«Τι θα συμβεί αν πολλοί από αυτούς τους κινδύνους εκδηλωθούν ταυτόχρονα;», διερωτάται.
«Ένα μεγάλο μακροοικονομικό σοκ, την ίδια στιγμή που χάνεται η εμπιστοσύνη στο private credit, την ίδια στιγμή που διορθώνονται οι αποτιμήσεις της τεχνητής νοημοσύνης και άλλων ριψοκίνδυνων περιουσιακών στοιχείων. Τι γίνεται τότε και είμαστε έτοιμοι;»
Τεχνητή νοημοσύνη
Εδώ αναδεικνύεται ακόμη ένας κίνδυνος στο πιθανό κοκτέιλ κρίσης. Πάνω από 2 τρισεκατομμύρια δολάρια έχουν επενδυθεί στην τεχνητή νοημοσύνη, σε αυτό που ο Μπιλ Γκέιτς χαρακτήρισε «παροξυσμό» και άλλοι αποκαλούν «φούσκα».
Αυτό έχει εκτοξεύσει την αξία λίγων κολοσσών σε τέτοιο βαθμό, ώστε το 37% της αξίας του βασικού αμερικανικού δείκτη S&P 500 να συγκεντρώνεται πλέον σε μόλις επτά εταιρείες, μεταξύ των οποίων Nvidia, Microsoft, Alphabet και Amazon.
Αυτό σημαίνει ότι εκατομμύρια άνθρωποι που επενδύουν μέσω index funds τοποθετούν μεγάλο μέρος των αποταμιεύσεών τους στην AI, είτε το θέλουν είτε όχι.
Μια μεγάλη πτώση αυτών των μετοχών θα έπληττε αποταμιευτές, συνταξιοδοτικά ταμεία και την εμπιστοσύνη επιχειρήσεων και καταναλωτών.
Η έκρηξη της φούσκας dotcom το 2000 συνέβαλε στην ύφεση του 2001. Ο δείκτης Nasdaq έχασε σχεδόν 80% από τον Μάρτιο του 2000 έως τον Οκτώβριο του 2002.
Μια χρηματοπιστωτική πυρκαγιά
Υπάρχει επίσης το ερώτημα πόσο αποτελεσματικά θα μπορούσαν οι κυβερνήσεις να σβήσουν μια νέα οικονομική φωτιά. Το 2008, κράτη και κεντρικές τράπεζες σταθεροποίησαν την κατάσταση ρίχνοντας δισεκατομμύρια στις τράπεζες και μειώνοντας επιτόκια.
Όμως σήμερα πολλοί φοβούνται ότι αυτά τα περιθώρια δεν υπάρχουν πλέον.
Το 2008, το δημόσιο χρέος του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν κάτω από το 50% του εθνικού εισοδήματος. Σήμερα πλησιάζει το 100%, μετά τις διασώσεις τραπεζών, τη στήριξη στην πανδημία και τις ενεργειακές επιδοτήσεις μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Ο Ελ-Εριάν χρησιμοποιεί την εικόνα μιας πυροσβεστικής που έχει ξεμείνει από νερό.
«Κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες αναγκάστηκαν να απαντήσουν σε κρίση μετά από κρίση και έτσι εξάντλησαν τη δυνατότητα αντίδρασης».
Το ίδιο επισημαίνει και το ΔΝΤ, που ανέφερε πρόσφατα ότι οι παγκόσμιες οικονομικές προκλήσεις εμφανίζονται σε μια στιγμή όπου «ο δημοσιονομικός και πολιτικός χώρος έχει διαβρωθεί».
Υπάρχει και η κακή κατάσταση των διεθνών σχέσεων. Το 2008, οι ηγέτες των κρατών συναντήθηκαν σε αλλεπάλληλες συνόδους έκτακτης ανάγκης, καταλήγοντας σε κοινά σχέδια δράσης.
Ο Γκόρντον Μπράουν έχει δηλώσει ότι η ισχυρή διεθνής συνεργασία ήταν αυτή που απέτρεψε μια παγκόσμια ύφεση τύπου Μεγάλης Ύφεσης.
Σήμερα αυτό μοιάζει δυσκολότερο, με διαφωνίες για το εμπόριο, το ΝΑΤΟ και ακόμη και για το καθεστώς της Γροιλανδίας.
Το ΔΝΤ προειδοποίησε ότι «η διεθνής συνεργασία είναι πλέον ασθενέστερη» σε σχέση με προηγούμενα χρόνια.
Χρηματοπιστωτικές ευθραυστότητες
Η Σάρα Μπρίντεν δίνει πάντως μια νότα αισιοδοξίας, τονίζοντας ότι οι τράπεζες έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα απορρόφησης κραδασμών απ’ ό,τι το 2008.
«Είναι πολύ καλύτερα κεφαλαιοποιημένες σήμερα», λέει.
«Δεν πιστεύω ότι αν υπάρξει πίεση θα είναι στην ίδια κλίμακα».
Ο Μοχάμεντ Ελ-Εριάν συμφωνεί εν μέρει.
«Δεν είμαστε ακριβώς στο 2008, γιατί δεν πιστεύω ότι κινδυνεύει το τραπεζικό σύστημα ή οι καταθέσεις. Αλλά είμαστε σε μια στιγμή τύπου 2008, με την έννοια ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα μπορεί να επιδεινώσει τις οικονομικές αδυναμίες και να μας οδηγήσει σε ύφεση».
Και αν συμβεί αυτό, ξέρει ποιοι θα πληγούν περισσότερο.
«Οι οικονομικές και χρηματοπιστωτικές αδυναμίες πλήττουν συνήθως τα πιο ευάλωτα στρώματα της κοινωνίας. Έχουν τη μικρότερη ανθεκτικότητα και δέχονται το μεγαλύτερο χτύπημα».
Ο Μπόμπι Σίγκαλ, σήμερα καθηγητής Μαθηματικών, λέει ότι οι αγορές είναι πλέον ακόμη πιο σύνθετες και ποτέ δεν ξέρεις τι δυσάρεστες εκπλήξεις κρύβονται κάτω από την επιφάνεια.
«Είναι σαν να περνάς χρηματοοικονομικά προϊόντα από τον έναν στον άλλον χωρίς να ξέρεις τι υπάρχει μέσα. Και η ανησυχία είναι ότι όταν συμβεί κάτι, εξελίσσεται πολύ γρήγορα στις αγορές. Και τότε δεν θέλεις να είσαι ο τελευταίος που κρατά αυτό το πακέτο».
Πηγή: BBC

