Οι ΗΠΑ δεν θα προχωρήσουν τελικά στην πώληση πυραύλων Τόμαχοκ στη Γερμανία, εξέλιξη που έχει προκαλέσει συζητήσεις γύρω από τη μελλοντική αμυντική ισορροπία στην Ευρώπη και τον ρόλο της Ουάσινγκτον στο ΝΑΤΟ.
Σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες, η αμερικανική πλευρά υπαινίχθηκε ότι η διάθεση τέτοιων οπλικών συστημάτων σε ευρωπαϊκά κράτη θα μπορούσε να εκληφθεί από τη Ρωσία ως κλιμακούμενη ενέργεια, με πιθανές επιπτώσεις στη συνολική γεωπολιτική σταθερότητα. Η κίνηση αυτή ήρθε αμέσως μετά από παρόμοια σημάδια αποδέσμευσης των ΗΠΑ από την άμυνα της Ευρώπης το προηγούμενο διάστημα, συμπεριλαμβανομένης της απόφασης για απόσυρση 5.000 Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία, διακοπή της προγραμματισμένης ανάπτυξης ενός αμερικανικού τάγματος εξοπλισμένου με πυραύλους Τόμαχοκ και σοβαρές μειώσεις στις προγραμματισμένες συνεισφορές των ΗΠΑ σε βομβαρδιστικά, μαχητικά, αντιτορπιλικά, υποβρύχια και άλλες δυνάμεις που απαιτούνται για την ενίσχυση της άμυνας του ΝΑΤΟ σε περίπτωση κρίσης ή επίθεσης στην Ευρώπη.
Σύμφωνα με το Politico, το Πεντάγωνο ισχυρίζεται ότι αυτά τα βήματα είναι απαραίτητα για την αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής και της αμερικανικής συμβολής στην άμυνα της Γηραιάς Ηπείρου, όμως η απόφαση να ακυρώσει την πώληση των Τόμαχοκ αναδεικνύει μια πολύ πιο ανησυχητική πραγματικότητα: Η Ουάσινγκτον όχι μόνο δεν αναπτύσσει πλέον συστήματα κρούσης υψηλής ακρίβειας στην Ευρώπη, αλλά αρνείται επίσης στους Ευρωπαίους συμμάχους της την ικανότητα να οπλιστούν με αυτά τα συστήματα από φόβο για την αντίδραση της Ρωσίας.
Με άλλα λόγια, οι ΗΠΑ επιδιώκουν πλέον ενεργά να αποσυνδέσουν την ασφάλειά τους από την ασφάλεια της Ευρώπης.
Οι πρώτες ανησυχίες για αποσύνδεση από το ΝΑΤΟ
Δεν είναι η πρώτη φορά που αυτή η αποσύνδεση έχει γίνει ζήτημα στις διατλαντικές σχέσεις. Ανησυχίες εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν η τότε Σοβιετική Ένωση ανέπτυξε την ικανότητα να στοχεύει άμεσα αμερικανικά εδάφη και, ξανά, στα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν οι Σοβιετικοί ανέπτυξαν τους πυρηνικούς βαλλιστικούς πυραύλους SS-20 που μπορούσαν να φτάσουν σε όλη την Ευρώπη – αλλά όχι στις ΗΠΑ.
Οι χώρες του ΝΑΤΟ συμφώνησαν το 1979 να αναπτύξουν πυρηνικούς πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς που θα μπορούσαν να φτάσουν στη Σοβιετική Ένωση, ενώ παράλληλα προσφέρθηκαν να διαπραγματευτούν περιορισμούς για αυτόν τον τύπο πυραύλου.
Μέχρι το 1987, το ΝΑΤΟ είχε αναπτύξει εκατοντάδες πυρηνικούς πυραύλους, οδηγώντας την Ουάσινγκτον και τη Μόσχα να συμφωνήσουν στην απαγόρευση όλων των πυρηνικών δυνάμεων μεσαίου βεληνεκούς με βεληνεκές μεταξύ 500 και 5.000 χιλιομέτρων.
Η Συνθήκη για τις Πυρηνικές Δυνάμεις Μεσαίου Βεληνεκούς, που υπογράφηκε εκείνο το έτος, παρέμεινε σε ισχύ για περισσότερα από 30 χρόνια – μέχρι το 2019 -, όταν η πρώτη κυβέρνηση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε να αποσυρθεί από τη συμφωνία λόγω των σαφών παραβιάσεων των όρων της από τη Ρωσία.
Έκτοτε, τα ευρωπαϊκά κράτη του ΝΑΤΟ ζητούσαν διαρκώς την ανάγκη ανάπτυξης πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς ικανών να πλήττουν στόχους στη Ρωσία. Η ανάπτυξη και πώληση των Τόμαχοκ στο Βερολίνο φαινόταν να καλύπτει αυτό το κενό μέχρι η Γερμανία και άλλες συμμαχικές χώρες να μπορέσουν να διαθέτουν τα δικά τους συστήματα πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς.
Σημαντικό κενό στη στρατηγική αποτροπής του ΝΑΤΟ
Οι προσπάθειες ανάπτυξης ευρωπαϊκών πυραύλων συνεχίζονται, όμως η επιχειρησιακή τους ετοιμότητα απέχει ακόμη πολλά χρόνια και η απόφαση της Ουάσιγκτον να σταματήσει την πώληση Τόμαχοκ ουσιαστικά αφήνει ένα σημαντικό κενό στη στρατηγική αποτροπής του ΝΑΤΟ.
Επιπλέον, αν και ο φόβος της αποσύνδεσης της αμερικάνικης και της ευρωπαϊκής άμυνας δεν είναι πρωτόγνωρος στην ιστορία του ΝΑΤΟ, υπάρχει μια σημαντική διαφορά μεταξύ των παλαιότερων ανησυχιών και εκείνων που βιώνονται σήμερα. Τότε, η αποσύνδεση ήταν αποτέλεσμα σοβιετικών ενεργειών, ενώ σήμερα είναι αποτέλεσμα ενεργειών των ΗΠΑ, καθώς το Πεντάγωνο φαίνεται να επηρεάζεται περισσότερο από τις ανησυχίες της Ρωσίας παρά από τις απαιτήσεις αποτροπής του ΝΑΤΟ.
Η χρονική στιγμή αυτών των αποφάσεων των ΗΠΑ είναι ιδιαίτερα ειρωνική, μετά από εβδομάδες παραπόνων από την κυβέρνηση Τραμπ ότι το ΝΑΤΟ δεν έχει κάνει αρκετά για να υποστηρίξει τον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν. «Το ΝΑΤΟ έχει γίνει μονόδρομος όπου η Αμερική είναι απλώς σε θέση να υπερασπιστεί την Ευρώπη, αλλά οι σύμμαχοι δεν θα ανταποδώσουν», υποστήριξε ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο.
Ωστόσο, όταν η Ευρώπη αναλαμβάνει δράση για να αμυνθεί — ζητώντας μάλιστα να αγοράσει αμερικανικό εξοπλισμό για να το κάνει — η απάντηση ξαφνικά είναι «όχι». Αυτή η αρνητική αντίδραση δεν είναι απλώς ένα προσωρινό πρόβλημα. Θίγει τον πυρήνα αυτού που κάνει μια συμμαχία ασφαλείας να λειτουργεί.
Οι δύο φόβοι
Η κλασική θεωρία των συμμαχιών διακρίνει δύο φόβους: τον φόβο της εγκατάλειψης, όταν ένας σύμμαχος δεν θα έρθει να σε υπερασπιστεί, και τον φόβο της παγίδευσης, όταν ένας σύμμαχος σε παρασύρει σε πόλεμο. Ο Τραμπ και το επιτελείο του παραπονιούνται εδώ και καιρό για την εγκατάλειψη από την Ευρώπη. Οι Ευρωπαίοι φοβούνται τώρα την εγκατάλειψη από τις ΗΠΑ. Και οι δύο μπορεί να έχουν δίκιο, όμως και οι δύο αντιδρούν με περαιτέρω αποσύνδεση.
Καθώς η Ευρώπη αυξάνει τις αμυντικές δαπάνες με σκοπό να διαθέτει μια ποικιλία οπλικών συστημάτων – ορισμένα με διπλές συμβατικές και πυρηνικές δυνατότητες, οι ΗΠΑ δεν θα έχουν κανένα λόγο για το πότε ή πώς θα χρησιμοποιηθούν. Ως αποτέλεσμα, η Ουάσινγκτον θα έχει ακόμη μεγαλύτερο κίνητρο να προσπαθήσει να αποσυνδεθεί από την Ευρώπη και να αποφύγει να εμπλακεί σε έναν πόλεμο με τη Ρωσία.
Η αποσύνδεση δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη θα μείνει ανυπεράσπιστη. Σημαίνει ότι η ευρωπαϊκή και η αμερικανική ασφάλεια δεν θεωρούνται πλέον αλληλένδετες. Η Ουάσιγκτον μπορεί πλέον να μην θεωρεί αυτόματα μια κρίση που απειλεί τη Βαρσοβία ή το Ταλίν ως απειλή για την ασφάλεια των ΗΠΑ. Και αυτό σημαίνει το τέλος του ολοκληρωμένου συστήματος αποτροπής που βρισκόταν σε ισχύ τα τελευταία 80 χρόνια.

