Η ΝΔ, η δεξιά πλευρά και η μάχη του κέντρου

57 mins read

Στο προηγούμενο άρθρο αναφερθήκαμε στο κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ και τη στρατηγική που ακολούθησε και το οδήγησε στον εκγλωβισμό του σήμερα από τον οποίο προσπαθεί να βγει. Σε αυτό το άρθρο θα ασχοληθούμε με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας και τη στρατηγική που φαίνεται πως έχει μέσα σε ένα πολιτικό σκηνικό που από στερεό έγινε ρευστό.

Από τις εκλογές του 2019 και μετά η ΝΔ έκανε τη λεγόμενη επέλαση προς το κέντρο. Ήταν μία απολύτως λογική στρατηγική κυρίως λόγω της απόφασης ΣΥΡΙΖΑ να μη διεκδικήσει το χώρο (αναφερθήκαμε σε αυτό στο προηγούμενο άρθρο), αλλά και της αδυναμίας του ΚΙΝΑΛ να δημιουργήσει μια στρατηγική διαφοροποίησης ανάμεσα από ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι για περισσότερο από δύο χρόνια η ΝΔ έπαιζε στο χώρο του κέντρου ουσιαστικά χωρίς αντίπαλο.

Πώς όμως έπαιξε και στην τελική τι αποτέλεσμα είχε; Γνώμη μου είναι πως η ΝΔ επέλεξε να προσεγγίσει το λεγόμενο κέντρο μέσω της προσέγγισης niche αγορών. Εκτός της οικονομίας όπου προχώρησε σε λιγότερο φιλελεύθερες πολιτικές κυρίως λόγω Covid, έδωσε έμφαση σε πολιτικές γύρω από την κλιματική αλλαγή, την προστασία ευάλωτων κοινωνικά ομάδων, τα ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες αλλά και τη γραφειοκρατία. Το πρόβλημα είναι πως τα θέματα αυτά, όσο καλά και εάν ακούγονται, θεωρούνται σημαντικά μόνο από μικρές ομάδες ψηφοφόρων.

Σύμφωνα με την έρευνα της Prorata (Ιανουάριος 2021) η κλιματική αλλαγή θεωρείται πως βρίσκεται μέσα στα 3 πιο σημαντικά θέματα από το 9% των ψηφοφόρων ΝΔ, 11% ψηφοφόρων ΚΙΝΑΛ και 4% ψηφοφόρων ΣΥΡΙΖΑ. Η προστασία ευάλωτων ομάδων από 4% ΝΔ, 7% ΣΥΡΙΖΑ και 7% ΚΙΝΑΛ, ενώ τα ατομικά δικαιώματα απο 6% ΝΔ, 9% ΚΙΝΑΛ και 19% ΣΥΡΙΖΑ. Η γραφειοκρατία είναι το μόνο από τα τέσσερα θέματα που βρίσκεται υψηλά σε ψηφοφόρους ΝΔ – 14% – όχι όμως σε ψηφοφόρους ΣΥΡΙΖΑ – 4%- και ψηφοφόρους ΚΙΝΑΛ – 8%- (δηλαδή σε αυτούς κομμάτι των οποίων ήθελε να προσεγγίσει).

Ποιο το αποτέλεσμα; Να έχει ο Πρωθυπουργός τα θετικά σχόλια των ψηφοφόρων του κέντρου αλλά να μην λαμβάνει τη πρόθεση ψήφου (η δημοσκοπική άνοδος μετά τις εκλογές με κορύφωση τον Απρίλιο του 2020 οφείλεται και στην περίοδο χάριτος αλλά και στη διαχείρηση του πρώτου κύματος της πανδημίας και όχι στη στρατηγική προσέγγισης του λεγόμενου κέντρου). Διότι πολλοί μπορούν να συμφωνούν με τις κινήσεις της κυβέρνησης σε αυτούς τους τομείς όμως ελάχιστοι θα ψηφίσουν έχοντας τα συγκεκριμένα θέματα ως κριτήρια της ψήφου τους (τη δεδομένη χρονική στη δεδομένη χώρα. Σε άλλες χώρες κάποια από αυτά έχουν αυξημένη σημαντικότητα ως κριτήριο ψήφου).

Πάμε τώρα στο σήμερα του κέντρου. Με το που εμφανίστηκε διεκδικητής με σωστή τοποθέτηση ένα κομμάτι ψηφοφόρων ΝΔ 2019 έφυγε, όπως ακριβώς το είχαμε πει. Το γιατί δεν έχει τόση μεγάλη σημασία (θεωρώ πως η ψήφος αυτών των ψηφοφόρων στη ΝΔ το 2019 ήταν στρατηγική αντιΣΥΡΙΖΑ ψήφος). Μεγάλη σημασία έχει το ότι αυτοί οι ψηφοφόροι έφυγαν γρήγορα με απευθείας μετακίνηση στο ΚΙΝΑΛ (όχι μέσω γκρίζας ζώνης). Αυτό είναι σοβαρή ένδειξη πως έφυγαν και έκλεισαν την πόρτα πίσω τους.

Κι εάν για παράδειγμα ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν τους ικανοποιήσει το πιο πιθανό είναι να βρεθούν στη γκρίζα ζώνη (εξαρτάται και από το πλαίσιο βέβαια) και η ΝΔ να πρέπει να τους ξανακερδίσει.

Πώς αντέδρασε σε αυτό η ΝΔ; Καταρχάς, για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο, έδειξε να εκπλήσσεται. Την έκπληξη διαδέχτηκε μια μετωπική επίθεση προς το ΚΙΝΑΛ σε μια προσπάθεια να «σπρώξει» στο μυαλό των ψηφοφόρων την τοποθέτηση του Νίκο Ανδρουλάκη προς ΣΥΡΙΖΑ. Ενστικτώδης κίνηση, ενδεικτική της έκπληξης, παρά στρατηγική. Κίνηση που εύκολα απαντάται και εξουδετερώνεται.

Στρατηγική θα ήταν εάν για παράδειγμα έκανε επίθεση πριν κάνει το ΚΙΝΑΛ με δύναμη ώστε να το βρει απροετοίμαστο (σε μια προσπάθεια να προλάβει ψηφοφόρους πριν φύγουν). Δεν έγινε αυτό. Μέχρι να βγούνε οι πρώτες δημοσκοπήσεις το ΚΙΝΑΛ είχε μάλλον μια φιλική αντιπετώπιση από τη ΝΔ.

Στη δεδομένη κατάσταση τα ερωτήματα είναι δύο:

1) Πόσους ακόμα ψηφοφόρους από ΝΔ μπορεί να διεκδικήσει ο Νίκος Ανδρουλάκης σε αυτή τη φάση (άρα πόσους ακόμα μπορεί να χάσει η ΝΔ);

2) Ποια η νέα στρατηγική της ΝΔ για να προσελκύσει περισσότερους ψηφοφόρους από τον κεντρώο χώρο;

Στο πρώτο ερώτημα θεωρώ (δεν έχω τα στοιχεία που χρειάζομαι για σιγουριά) πως στη δεδομένη φάση ο Νίκος Ανδρουλάκης δε μπορεί να εισχωρήσει σε σημαντικό κοινό της ΝΔ. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να δημιουργήσει τέτοιο προφίλ με χαρακτηριστικά προσωπικότητας ώστε να εμφανίζεται στο ερώτημα «καταλληλότερος για Πρωθυπουργός».

Δίχως αυτό δε θα μπορέσει να λάβει τις λεγόμενες ψήφους εξουσίας απο δυσαρεστημένους ψηφοφόρους ΝΔ. Για να μπει όμως στο μυαλό του ψηφοφόρου ως κυβερνητική εναλλακτική χρειάζεται χρόνο και σωστή στρατηγική. Το δεύτερο μπορεί να το κάνει. Το πρώτο θεωρώ πως δεν θα το έχει μέχρι τις επόμενες εκλογές. Πράγμα που σημαίνει πως (και πάλι με επιφύλαξη) προς το κέντρο η ΝΔ δεν απειλείται πλέον σε μεγάλο βαθμό. Οι περισσότεροι από όσους ήταν να φύγουν έφυγαν ήδη (ενδεχομένως να ακολουθήσουν κάποιοι λίγοι).

Πάμε τώρα στο δεύτερο ερώτημα. Εάν η στρατηγική για να προσελκύσει κεντρώους ψηφοφόρους που δεν έχει προσελκύσει ήδη είναι η δημιουργία ενός αντιΣΥΡΙΖΑ μετώπου υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη απλά δεν θα πιάσει. Βρισκόμαστε σε διαφορετικό πλαίσιο, με διαφορετικούς παίκτες και τοποθετήσεις. Επίσης για τους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω δε θα πιάσει και η στρατηγική προσέγγισης μέσω niche αγορών. Για εμένα δηλαδή η μάχη του κέντρου, όπως συχνά ακούω να περιγράφεται, είναι μια μάχη που θα διεξαχθεί μετά τις εκλογες. Εκτός κι εάν η ΝΔ επιλέξει να αλλάξει στρατηγική και να το προσεγγίσει διαφορετικά.

Πάμε τώρα στη άλλη άκρη των ψηφοφόρων της ΝΔ, τη δεξιά. Εδώ υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις από δημοσκοπήσεις πως κομμάτι των λεγόμενων δεξιών ψηφοφόρων είναι δυσαρεστημένοι με την πολιτική της ΝΔ. Και εμείς το βρήκαμε στην έρευνα του Οκτωβρίου αλλά και πιο πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν μια (έστω μικρή) άνοδο μικρών δεξιών κομμάτων αλλά και μετακίνηση ψηφοφόρων ΝΔ προς τη γκρίζα ζώνη.

Δεν είναι ακόμα σε σημαντικά επίπεδα όμως θεωρώ πως υπάρχουν δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι οι οποίοι μένουν στη ΝΔ μέχρι να βρεθεί εναλλακτική (όπως έγινε με δυσαρεστημένους ψηφοφόρους ΣΥΡΙΖΑ που δήλωναν πως θα ψηφίσουν το κόμμα μέχρι που ήρθε η εναλλακτική του Νίκου Ανδρουλάκη). Οι ψηφοφόροι αυτοί ανήκουν σε διαφορετική ομάδα ψηφογραφικών χαρακτηριστικών (μοντέρνοι εθνοκεντρικοί) από αυτούς που ήδη δείχνουν να φεύγουν (συντηρητικοί εθνοκεντρικοί), όμως είναι πιο σημαντικοί για τη ΝΔ καθώς είναι κομμάτι του πυρήνα της. Άρα θεωρώ πως βρισκόμαστε σε ένα σημείο όπου ανά πάσα στιγμή, εάν βρεθεί ο κατάλληλος εκφραστής των θέλω μελών αυτής της ομάδας, να έχουμε μια νέα μάχη για τη ΝΔ.

Το ερώτημα είναι: τι κάνει η ΝΔ για αυτό; Η απάντηση είναι απλή: Σχεδόν τίποτα. Αντιμετωπίζει τις μέχρι στιγμής επιθέσεις ως guerrilla attacks μικρών και αδύναμων ομάδων που δε μπορούν να την προξενήσουν σημαντικό πλήγμα (βλέπει δηλαδή, όπως και στο κέντρο, μόνο το τι έχει γίνει – δεν προσπαθεί να προλάβει αυτό που ενδεχομένως γίνει).

Η ενδεδειγμένη στρατηγική κίνηση εδώ είναι να ενδυναμώσεις τα πλευρά σου, δηλαδή τα αδύναμα σημεία σου. Έτσι θα έπρεπε να προσπαθεί να ενδυναμώσει τη θέση της στο μεταναστευτικό (στα τρία πιο σημαντικά θέματα για 21% ψηφοφόρων ΝΔ) και στην εγκληματικότητα (στα τρία πιο σημαντικά θέματα για 16% ψηφοφόρων ΝΔ) – με τρόπο προφανώς που δεν απομακρύνει άλλες ομάδες ψηφοφόρων – .

Δε δείχνει διάθεση να το κάνει όμως. Παίρνει το ρίσκο να την βρει μια μελοντική επίθεση με ανοιχτά τα πλευρά. Βέβαια η επίθεση μπορεί να μη γίνει ποτέ, μπορεί να μη δημιουργηθούν οι συνθήκες μέχρι τις εκλογές ώστε να βρεθεί σοβαρή απειλή στα δεξιά της και οι δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι να μείνουν στη ΝΔ. Όταν όμως ξέρεις τις αδυναμίες σου και υπάρχουν ήδη έστω μικρές απειλές οφείλεις να τις καλύψεις. Γιατί εάν τις καλύψεις δε θα υπάρχει αδύναμο μέρος να επιτεθούν.

Και γιατί εάν δεν τις καλύψεις εάν/όταν έρθει η ώρα μιας σοβαρής επίθεσης το κάστρο θα πέσει. Και μάλιστα γρήγορα. Πόσο μάλλον σε μια περίοδο που κανείς δεν εγγυάται ότι η ακρίβεια δε θα πάρει μεγάλες διαστάσεις και το που μπορεί να οδηγήσει αυτό (ποια άλλα θέματα θα σηκώσει το κύμα) μέσω ψήφου συναισθήματος.

Για να το συνοψίσω, θεωρώ πως η ΝΔ κατανέμει πολλούς πόρους στη μάχη του κέντρου, μια μάχη στην οποία, σε αυτή τη φάση, δεν κινδυνεύει σημαντικά αλλά ταυτόχρονα δεν προσεγγίζει τους ψηφοφόρους στόχους με την ενδεδειγμένη στρατηγική. Την ίδια στιγμή δεν κατανέμει τους απαραίτητους πόρους στην αποφυγή μιας μάχης στα δεξιά της. Μιας μάχης που εάν τη βρει απροετοίμαστη, όπως είναι, θα σημάνει αυτόματα το τέλος κάθε σεναρίου αυτοδυναμίας.

Facebook Comments