Μάτι 3 χρόνια μετά: Περιμένοντας μία συγγνώμη

35 mins read

Ήταν απόγευμα της 23ης  Ιουλίου 2018. Την ώρα που είχε ξεσπάσει η μεγάλη πυρκαγιά στη Κινέτα , έρχονται οι πρώτες πληροφορίες για μία μικρής έκτασης πυρκαγιά στο Νταού Πεντέλης. Αρχικά, κανείς δεν δίνει σημασία στο μέτωπο αυτό καθώς το βασικό ζητούμενο ήταν να μην επεκταθεί η φωτιά της Κινέτας στα διυλιστήρια γνωστού επιχειρηματικού ομίλου, πράγμα που θα έβαζε σε κίνδυνο όλη την ευρύτερη περιοχή. 

Το απόγευμα ,όμως, γίνεται εμφανές ότι η κατάσταση στο Μαραθώνα και το Μάτι έχει βγει εκτός ελέγχου. Κανείς όμως δεν ήξερε το μέγεθος του κακού. Ή μάλλον σχεδόν κανείς, καθώς από τα ηχητικά ντοκουμέντα προκύπτει ότι τόσο η ηγεσία του Πυροσβεστικού Σώματος, όσο και το πρωθυπουργικό γραφείο – και όλοι οι συναρμόδιοι υπουργοί- γνώριζαν για την ύπαρξη νεκρών. 

Πρώτη τους αντίδραση, λοιπόν, ήταν η επικοινωνιακή διαχείριση του θέματος, παρά το γεγονός ότι η πυρκαγιά βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη. Πιο συγκεκριμένα, συγκαλείται έκτακτη σύσκεψη στο Κέντρο Επιχειρήσεων της πυροσβεστικής υπό την προεδρία του τότε πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, κατά την οποία ενημερώνεται από υπουργούς και υπηρεσιακούς παράγοντες ότι η πυρκαγιά βρίσκεται σε ύφεση. Μάλιστα δεν γίνεται ΚΑΜΙΑ αναφορά σε νεκρούς παρά το γεγονός ότι αποδεδειγμένα το γνώριζαν τουλάχιστον από τις 8 παρά 10 το απόγευμα. Η κοροϊδία όμως συνεχίζεται λίγες μέρες μετά όπου σε συνέντευξη τύπου οι υπουργοί Τόσκας και Τζανακόπουλος προσπαθούν να πείσουν ότι όλα έγιναν καλά, επιρρίπτοντας την ευθύνη αφενός στην Τοπική Αυτοδιοίκηση  για τη μη εκκένωση των περιοχών, και αφετέρου στους κατοίκους για την άναρχη πολεοδομία και τα αυθαίρετα κτίσματα «που δυσκόλεψαν την διαδικασία εκκένωσης». Η συνέντευξη κλείνει με την διαβόητη δήλωση Τόσκα ότι «ψάχνω για λάθη αλλά δεν βρίσκω- και πάλι το ίδιο θα έκανα».

Από τα προαναφερθέντα γίνεται κατανοητό ότι εκτός της κάκιστης και επαίσχυντης  διαχείρισης της κατάστασης, προκύπτουν υπηρεσιακές, πολιτικές και φυσικά ποινικές ευθύνες. Δυστυχώς ο Αλέξης Τσίπρας όχι μόνο δεν ανέλαβε την πολιτική ευθύνη που του αναλογούσε, αλλά στήνοντας και το φτηνό show μπροστά στις κάμερες κατέστησε σαφές ότι η ανηθικότητα, ο λαϊκισμός και η πλήρης αντιστροφή της πραγματικότητας ήταν (και είναι) τα βασικά χαρακτηριστικά της πολιτικής του ύπαρξης. Πώς αλλιώς μπορεί να χαρακτηρίσει κάποιος έναν άνθρωπο που παίζει τέτοιο θέατρο γνωρίζοντας ήδη ότι τα θύματα είναι δεκάδες ; 

Οι παλινωδίες, όμως, συνεχίζονται. Λίγες εβδομάδες αργότερα ο τότε υπαρχηγός της Πυροσβεστικής Βασίλης Ματθαιόπουλος, αναλαμβάνει την αρχηγία του σώματος, σαν επιβράβευση για την αποτελεσματικότητά του. Ο διορισμός του όπως αποδείχθηκε δεν ήταν καθόλου τυχαίος. Έπρεπε να φέρει εις πέρας μία ακόμη αποστολή. Αυτή του θαψίματος των ενοχοποιητικών στοιχείων. Η φράση «θάψ’τα γιατί θα σε σκίσουμε, σου μεταφέρω άνωθεν εντολές» δεν δείχνει μόνο μία κοσμοθεωρία επιβολής, αλλά πολύ περισσότερο μία χυδαία νοοτροπία χρησιμοποίησης του κρατικού μηχανισμού ως λάφυρο. 

Παρεμπιπτόντως, από τον βούρκο των ενδοϋπηρεσιακών  ανταγωνισμών, αναδύθηκε ένα ακόμα φαινόμενο διαφθοράς και εγκληματικής έκθεσης ανθρώπων σε κίνδυνο ζωής. Συγκεκριμένα από τα λόγια Ματθαιόπουλου προκύπτει ότι η Μάνη και τα Κύθηρα, αφέθηκαν ηθελημένα στο έλεος της πύρινης λαίλαπας καθώς ο τότε αρχηγός Καπέλιος δεν έστελνε ιπτάμενα μέσα  για να «τελειώσει τον υπαρχηγό Βασιλειάδη», χρεώνοντάς του την ευθύνη για τη μη κατάσβεση των πυρκαγιών !    

Στο ποινικό πεδίο ο χειρισμός της υπόθεσης, λίγο έλλειψε να τινάξει στον αέρα την (πλημμεληματική) δίωξη, καθώς η υπόθεση εισήχθη στο ακροατήριο λίγο πριν παραγραφεί. Επιπροσθέτως, η δικογραφία μετατράπηκε σε μπαλάκι του πινγκ πονγκ μεταξύ Εισαγγελίας και του ανακριτή Αθανάσιου Μαρνέρη. Ο τελευταίος είδε την Εισαγγελία να απαντάει αρνητικά και στα τρία (!) αιτήματα που κατέθεσε για να μετατραπεί της κατηγορίας από το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας, στο κακούργημα της θανατηφόρου σωματικής βλάβης κατά συρροή. Η ίδια αρνητική στάση της εισαγγελίας συνεχίστηκε και μετά τη διαρροή συνομιλιών μεταξύ υπηρεσιακών παραγόντων, που σύμφωνα με τον ανακριτή αποτελούσαν (κατ΄ελάχιστον) ενδείξεις για την τέλεση εγκλήματος σε βαθμό κακουργήματος. Έτσι , κανένας εκ των κατηγορουμένων δεν θα έχει σοβαρές δικονομικές συνέπειες, παρά τον θάνατο 102 ανθρώπων. 

Ας ελπίσουμε τουλάχιστον όλοι οι κατηγορούμενοι θα αναλογιστούν το βάρος των παραλείψεών τους και θα αποδεχτούν στωικά την όποια ποινική ευθύνη. Πώς;  Ζητώντας ένα πραγματικό «συγγνώμη» , χωρίς να επαναλάβουν τα χυδαία περί «στραβής στην βάρδια».   

Το οφείλουν στην κυρία Βαρβάρα Φύτρου που έχασε τον άνδρα και τα δύο της παιδιά. Το οφείλουν στον πυροσβέστη Ανδρέα Δημητρίου που έχασε τη γυναίκα και το νεογέννητο παιδί τους την ώρα που ο ίδιος επιτελούσε το καθήκον του, σώζοντας δεκάδες ανθρώπινες ζωές. Σε τελική ανάλυση το οφείλουν σε όλα τα θύματα, τους επιζώντες και τους συγγενείς τους, που προσπαθούν να ξεχάσουν αλλά δεν μπορούν. 

Βλέπετε ο σωματικός και ο ψυχικός στιγματισμός δεν πρόκειται να φύγει ποτέ. Ας προσπαθήσουν, επομένως, να απαλύνουν (έστω και λίγο) τον πόνο των θυμάτων. Είναι το ελάχιστο που μπορούν να κάνουν.

*Ο Δημήτρης Μπελδέκος είναι Δικηγόρος Αθηνών και Αν. Δ/ντης Πολιτικού Συμβουλίου της ΟΝΝΕΔ

Facebook Comments