Την αυξανόμενη δυναμική της Ελλάδας στον ενεργειακό χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου ανέδειξε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, μιλώντας στην ΕΡΤ, υπογραμμίζοντας ότι η χώρα προσελκύει πλέον το ενδιαφέρον κορυφαίων διεθνών ενεργειακών ομίλων.
Αναφερόμενος στις τελευταίες εξελίξεις στον τομέα των ερευνών υδρογονανθράκων, ο υπουργός στάθηκε στην ενίσχυση της παρουσίας της Chevron στην Ελλάδα, επισημαίνοντας ότι η απόκτηση σημαντικού ποσοστού σε νέο θαλάσσιο οικόπεδο αποτελεί ψήφο εμπιστοσύνης τόσο προς τη χώρα όσο και προς τις προοπτικές αξιοποίησης των συγκεκριμένων περιοχών.
«Το ενδιαφέρον μιας εταιρείας τέτοιου μεγέθους επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο των διεθνών ενεργειακών επενδύσεων και ότι υπάρχουν βάσιμες προσδοκίες για εμπορικά αξιοποιήσιμα κοιτάσματα», ανέφερε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι πρόκειται για επενδύσεις που απαιτούν σημαντικά κεφάλαια, εξειδικευμένη τεχνογνωσία και αυστηρή τήρηση περιβαλλοντικών προδιαγραφών.
Ο κ. Παπασταύρου γνωστοποίησε ότι η πρώτη ερευνητική γεώτρηση αναμένεται να πραγματοποιηθεί τον Φεβρουάριο του 2027 στην περιοχή «Ασωπός», βορειοδυτικά της Κέρκυρας, η οποία θεωρείται σήμερα το πιο ώριμο ερευνητικό έργο. Ακολουθεί σε προτεραιότητα το λεγόμενο «Block 10», όπου επίσης προχωρούν οι σχετικές διαδικασίες.
Το κόστος μιας μόνο ερευνητικής γεώτρησης υπολογίζεται περίπου στα 80 εκατ. ευρώ. Εφόσον όμως επιβεβαιωθούν εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα, οι συνολικές επενδύσεις για την ανάπτυξη των υποδομών και την παραγωγή θα μπορούσαν να φτάσουν τα 3 έως 4 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με τον υπουργό, σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο τα οφέλη για το Δημόσιο θα είναι ιδιαίτερα σημαντικά, καθώς τα κρατικά έσοδα από φόρους, δικαιώματα και άλλες εισφορές θα μπορούσαν να προσεγγίσουν τα 10 δισ. ευρώ σε βάθος χρόνου, με το ποσοστό συμμετοχής του Δημοσίου να εκτιμάται μεταξύ 38% και 40% των συνολικών κερδών.
Ενεργειακή ασφάλεια και οικονομικά οφέλη
Ο υπουργός υπογράμμισε ότι η αξιοποίηση πιθανών κοιτασμάτων φυσικού αερίου θα μπορούσε να ενισχύσει καθοριστικά την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας. Όπως ανέφερε, οι διαθέσιμες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για αποθέματα που φτάνουν τα 270 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου, όταν η ετήσια εγχώρια κατανάλωση κινείται περίπου στα 6 δισ. κυβικά μέτρα.
Παράλληλα, τόνισε ότι τα οικονομικά οφέλη από μια επιτυχημένη εκμετάλλευση θα μπορούσαν να στηρίξουν την ανάπτυξη και να συμβάλουν στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών, ενώ θα ενίσχυαν περαιτέρω την ελκυστικότητα της Ελλάδας για νέες επενδύσεις στον ενεργειακό τομέα.
Υδρογονάνθρακες και πράσινη μετάβαση
Απαντώντας σε ερωτήματα για τη συμβατότητα των ερευνών υδρογονανθράκων με τους στόχους της πράσινης μετάβασης, ο κ. Παπασταύρου ξεκαθάρισε ότι η κυβερνητική στρατηγική βασίζεται σε ένα πολυδιάστατο ενεργειακό μείγμα.
Όπως εξήγησε, η Ελλάδα οφείλει να αξιοποιήσει κάθε διαθέσιμη πηγή ενέργειας — από τον ήλιο, τον άνεμο και τα υδροηλεκτρικά έργα μέχρι τα πιθανά κοιτάσματα φυσικού αερίου — ώστε να θωρακίσει την ενεργειακή της επάρκεια και να περιορίσει την εξάρτησή της από εξωτερικούς παράγοντες.
Τόνισε μάλιστα ότι το φυσικό αέριο εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο καύσιμο-γέφυρα για τη σταθερότητα του ενεργειακού συστήματος, χωρίς να αναιρείται ο στρατηγικός στόχος της απανθρακοποίησης.
Άλμα στις ΑΠΕ, αλλά πρόκληση η αποθήκευση
Ο υπουργός επισήμανε ότι η εγκατεστημένη ισχύς από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας έχει σχεδόν τριπλασιαστεί από το 2019, αυξανόμενη από τα 6,3 GW στα περίπου 18 GW σήμερα, ενώ μόνο μέσα στον τελευταίο χρόνο προστέθηκαν επιπλέον 3 GW.
Ωστόσο, παραδέχθηκε ότι η αποθήκευση ενέργειας παραμένει το μεγάλο ζητούμενο για το ελληνικό ενεργειακό σύστημα. Όπως εξήγησε, η χώρα μέχρι πρόσφατα δεν διέθετε εγκαταστάσεις αποθήκευσης συνδεδεμένες με το δίκτυο, γεγονός που οδηγούσε σε απώλειες μεγάλων ποσοτήτων πράσινης ενέργειας, κυρίως τις ώρες υψηλής ηλιοφάνειας.
Τα πρώτα έργα έχουν ήδη δρομολογηθεί και ο στόχος είναι να λειτουργούν έως το τέλος του έτους μονάδες αποθήκευσης ισχύος 700 έως 800 MW, ενώ μέχρι το 2027 η δυναμικότητα αναμένεται να φτάσει τα 1,2 έως 1,4 GW.
Τιμές ενέργειας και γεωπολιτικές εξελίξεις
Αναφερόμενος στις τιμές της ενέργειας, ο υπουργός σημείωσε ότι η Ελλάδα διατηρεί τιμές χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, παρά τις πιέσεις που προκάλεσαν ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Όπως εξήγησε, η αυξημένη συμμετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα έχει λειτουργήσει ως «ασπίδα» για καταναλωτές και επιχειρήσεις, περιορίζοντας την επίδραση των διεθνών ανατιμήσεων.
Ανατολική Μεσόγειος και διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου
Σχολιάζοντας τις γεωπολιτικές διαστάσεις της ενεργειακής πολιτικής, ο κ. Παπασταύρου υπογράμμισε ότι η Ελλάδα ασκεί πλήρως τα κυριαρχικά της δικαιώματα και συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση ενός νέου ενεργειακού χάρτη στην Ανατολική Μεσόγειο, μαζί με χώρες όπως η Κύπρος, το Ισραήλ και η Αίγυπτος.
Όπως είπε, η παρουσία μεγάλων διεθνών εταιρειών στην περιοχή αποδεικνύει ότι η ενέργεια εξελίσσεται σε πεδίο συνεργασίας και ανάπτυξης και όχι σε εργαλείο πιέσεων ή εκβιασμών.
Για το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου αναγνώρισε ότι υπήρξαν καθυστερήσεις, ωστόσο τόνισε πως η πρωτοβουλία επανέρχεται δυναμικά με τη στήριξη ευρωπαϊκών θεσμών και νέες ενέργειες για την επιτάχυνση της υλοποίησής της.
Τέλος, αναφέρθηκε στην πρόσφατη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου του ΑΔΜΗΕ, επισημαίνοντας το έντονο ενδιαφέρον διεθνών επενδυτών. Όπως σημείωσε, η διατήρηση του 51% από το ελληνικό Δημόσιο διασφαλίζει τον στρατηγικό χαρακτήρα του Διαχειριστή, ενώ η συμμετοχή ισχυρών επενδυτικών κεφαλαίων αποτελεί ένδειξη εμπιστοσύνης στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και των ενεργειακών υποδομών της χώρας.

