Έχουν αρχίσει ορισμένοι «γαλάζιοι» και «πράσινοι» βουλευτές να κουνάνε τις δημοσκοπήσεις σαν να έχουν ήδη εξασφαλίσει την πρωτιά στην περιφέρειά τους και, κατ’ επέκταση, την εκλογή τους. Λίγο κράτει, παιδιά, γιατί οι δημοσκοπήσεις θέλουν υπομονή και, κυρίως, σωστή ανάγνωση.
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Όταν μια έρευνα πραγματοποιείται σε δείγμα 1.000 έως 1.200 ατόμων και το ΠΑΣΟΚ κινείται σε ποσοστά 12%-13%, μιλάμε για περίπου 120 έως 156 ερωτηθέντες που δηλώνουν ότι θα το ψηφίσουν, εφόσον τα ποσοστά αυτά υπολογίζονται επί του συνολικού δείγματος. Πόσοι από αυτούς βρίσκονται στη συγκεκριμένη εκλογική περιφέρεια; Πόσοι έχουν ξεκάθαρη πρόθεση ψήφου; Και πόσο ασφαλές είναι να εξαχθούν συμπεράσματα για τη σταυροδοσία ενός υποψηφίου από τόσο περιορισμένα επιμέρους δείγματα;
Και αν η εκτίμηση για το συνολικό ποσοστό ενός κόμματος έχει τις δυσκολίες της, η πρόβλεψη για το πόσες έδρες θα κερδίσει και ποιοι θα εκλεγούν γίνεται ακόμη πιο σύνθετη υπόθεση. Ειδικά για το ΠΑΣΟΚ, όπου η τελική εκλογική επίδοση και η κατανομή των εδρών μπορούν να αλλάξουν σημαντικά τα δεδομένα για τους υποψηφίους.
Άλλωστε, οι τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις έχουν δείξει ότι οι δημοσκοπήσεις δεν επιβεβαιώνονται πάντα στην κάλπη. Πόσο μάλλον όταν επιχειρείται να μεταφραστούν σε προσωπικές επιδόσεις και προβλέψεις εκλογής.
Γι’ αυτό, λοιπόν, λίγη αυτοσυγκράτηση δεν βλάπτει. Οι μετρήσεις είναι χρήσιμες, αλλά δεν είναι ψηφοδέλτια, ούτε σταυροί προτίμησης. Και μέχρι να φτάσει η ώρα της κάλπης, η απόσταση από μια καλή δημοσκοπική επίδοση μέχρι την εκλογή μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερη απ’ όσο ορισμένοι φαντάζονται.

