Έχει καταντήσει κοινοτοπία να επισημαίνουμε ότι οι δημοσκοπήσεις είναι «η φωτογραφία της στιγμής», ωστόσο είναι ένα γεγονός αδιαμφισβήτητο.
Πράγματι, τη στιγμή που διεξάγονται, αποτυπώνουν μια εικόνα και δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος. Ιδιαίτερα, μάλιστα, όταν διεξάγονται σε μεγάλη απόσταση από το χρόνο των εκλογών. Προφανώς θα ήταν παράλογο να θεωρήσουμε ότι αυτό που καταγράφει ένα γκάλοπ τρία, δύο ή ένα χρόνο πριν τις εκλογές είναι αυτό που θα καταγραφεί στην κάλπη. Οι μόνες δημοσκοπήσεις που μπορούν να πλησιάσουν το εκλογικό αποτέλεσμα – και συχνά στην Ελλάδα το έχουν επιτύχει – είναι αυτές που διεξάγονται την τελευταία Παρασκευή πριν τις εκλογές. Αυτές είναι οι πιο αξιόπιστες σε ό,τι αφορά στην πρόβλεψη του εκλογικού αποτελέσματος. Και αυτές επικαλούνται πάντοτε οι ίδιοι οι δημοσκόποι, όταν κάποιος επιχειρήσει να αμφισβητήσει της αξιοπιστία τους.
Παρά ταύτα, θα ήταν λάθος να πιστέψει κανείς ότι τα γκάλοπ που γίνονται κατά τη διάρκεια μιας κυβερνητικής θητείας δεν έχουν αξία και αξιοπιστία. Το ζήτημα είναι εάν ερμηνεύονται σωστά κι αν αποτελούν εργαλεία πολιτικής ανάλυσης ή εργαλεία προπαγάνδας. Στη χώρα μας, δυστυχώς, χρησιμοποιούνται τόσο από τα ΜΜΕ όσο και από τα πολιτικά κόμματα κυρίως για να τεκμηριώσουν μια άποψη που έχει ήδη διαμορφωθεί με προπαγανδιστικούς όρους και εξυπηρετεί συγκεκριμένες πολιτικές, κομματικές σκοπιμότητες.
Ας δούμε τι συμβαίνει σήμερα: όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν λίγο έως πολύ τα εξής, σε ό,τι αφορά στην πρόθεση ψήφου για τα τρία πρώτα κόμματα των προηγούμενων εθνικών εκλογών. Η ΝΔ κινείται μεταξύ του 22 – 25%, το ΠΑΣΟΚ παίρνει από 11 – 13% και ο ΣΥΡΙΖΑ το πολύ 5%. Σημειωτέον ότι αυτά τα ποσοστά καταγράφονται με μικρές αυξομειώσεις για πάνω από ένα χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι σε σχέση με τις εθνικές εκλογές του 2023 η σημερινή δημοσκοπική εικόνα δείχνει τις εξής μεταβολές: η ΝΔ έχει χάσει τουλάχιστον 15%, το ΠΑΣΟΚ παραμένει σταθερό και ο ΣΥΡΙΖΑ έχει χάσει περίπου το 12% της εκλογικής του δύναμης. Με λίγα λόγια, δημοσκοπικά και πάντοτε σε σχέση με τις εκλογές του 2023 υπάρχουν σήμερα δύο μεγάλοι χαμένοι – η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ – και κανείς κερδισμένος. Από τα υπόλοιπα κόμματα μόνο η Πλεύση Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου εμφανίζει σημαντικά κέρδη (έχει υπερδιπλασιάσει το δημοσκοπικό της ποσοστό σε σχέση με το εκλογικό) ενώ σταθερό παραμένει το ΚΚΕ και αισθητά ανεβασμένη η Ελληνική Λύση.
Τι μας λένε όλα αυτά; Δίνουν απάντηση στο αμείλικτο ερώτημα «ποια κυβέρνηση θα προκύψει μετά τις εκλογές;». Προφανώς, όχι! Δείχνουν όμως μια τάση η οποία έχει διαμορφωθεί εδώ και αρκετό καιρό και οδηγεί – αν μη τι άλλο – στο συμπέρασμα ότι βαδίζουμε σε αχαρτογράφητα νερά σε ό,τι αφορά στη σύνθεση της επόμενης κυβέρνησης. Το κόμμα που κυρίως επικαλείται τις δημοσκοπήσεις – λόγω της καθαρής πρωτιάς του – είναι η ΝΔ. Ενώ, όμως, τις επικαλείται, γνωρίζει καλά ότι είναι αυτή που εάν τις διαβάσει προσεκτικά, θα πρέπει να επανεξετάσει την πολιτική, εκλογική της στρατηγική. Χάνοντας σταθερά επί ενάμιση περίπου χρόνο 15% από το ποσοστό των εκλογών του 2023, πόσο αξιόπιστο ακούγεται να λες ότι διεκδικείς αυτοδυναμία; Το ερώτημα, λοιπόν, «με ποιον θα συνεργαστείτε» πρέπει να τίθεται πρωτίστως στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Γιατί, αν πιστέψουμε τα γκάλοπ, αυτός θα πάρει την πρώτη εντολή σχηματισμού κυβέρνησης.
Γενικότερα, εάν λάβουμε σοβαρά υπόψη τα δημοσκοπικά δεδομένα όχι ως αποτύπωση μιας φωτογραφίας της στιγμής αλλά ως μια τάση που διαμορφώνεται και παγιώνεται σε βάθος χρόνου – από τις ευρωεκλογές μέχρι και σήμερα – φαίνεται ότι στη φάση που βρισκόμαστε είναι μη ρεαλιστικό να μιλά κανείς για αυτοδύναμες κυβερνήσεις. Η πολυδιάσπαση του πολιτικού σκηνικού θα οδηγήσει εκ των πραγμάτων σε συνεργασίες. Αυτή είναι ίσως η μόνη βεβαιότητα που προκύπτει από τα γκάλοπ. Και θα πρέπει προεκλογικά να έχουν άπαντες το θάρρος να την αντιμετωπίσουν και να τοποθετηθούν με ειλικρίνεια για τις προθέσεις τους.

